Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

canavaccio

CANAVACCIO Κείμενα περί της ηδονιστικής δρόγης

Πρώτη έκδοση: Ιούλιος 2008

Κείμενα: Κώστας Γκοτσίνας, Λίνα Καρανασοπούλου, Βασίλης Καρύδης, Κυριάκος Κάσσης, Θωμάς Κοροβίνης, Φώτης Παπαδόπουλος, Γιώργος Χριστοδουλόπουλος, Βαγγέλης Ψαραδάκης Φωτογραφικό υλικό και πηγές: Αρχείο Αριστοτέλη Κουτσουμάρη (Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο), Αρχείο Ηλία Πετρόπουλου, Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη, Ελληνικός τύπος, διαδίκτυο. Επιμέλεια μεταφράσεων: Χάρης Χρόνης Μεταφράσεις: Θεοδόσης Βολκώφ, Αγάπη Νταϊφά, Αρίσταρχος Παπαδημητρίου Σχεδιασμός εξωφύλλου: Στράτος Φουντούλης Σχεδιασμός έκδοσης: Φώτης Παπαδόπουλος Εκτύπωση: Διον. Πρίφτης & Υιοί Ο.Ε.

copyright: Εκδόσεις Heteron, Αθήνα 2008 ISBN: 978-960-89868-2-4 Αριθμός έκδοσης: 3

Εκδόσεις Heteron

Διεύθυνση αλληλογραφίας: Heteron, Τ.Θ. 3722, Τ.Κ. 10210, Αθήνα τηλ. 6932 711244 website: www.heteron.gr mail: heteron@ath.forthnet.gr

Κεντρική Διάθεση: Α. Χριστάκης Α.Ε.

Ιπποκράτους 10, 10679 – Αθήνα τηλ. 210 3607876 fax. 210 3638489 mail: xristaki@otenet.grΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή........................................................................................................................................ 9

Η κάνναβη στην Ελλάδα

• Η ποινικοποίηση της ινδικής κάνναβης ..................................................................................... 24 • Χρήση ινδικής κάνναβης: Παρέκκλιση και Εξουσία .................................................................. 32 • Διεκδικώντας το αδύνατο .......................................................................................................... 40 • Πότες, αστυνόμοι και τα σέα ..................................................................................................... 42 • Στης μαστούρας το σκοπό ......................................................................................................... 76 • Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Μήτσος Παπανικολάου και οι ουσίες ......................................... 88 • Με αφορμή μια στροφή του Βάρναλη ..................................................................................... 116

Ο ελληνικός τύπος στα ίχνη των χασισοποτών..........................................................................121

• ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ (1893) / Το μυστηριώδες καφενείον................................................................ 126 • ΣΚΡΙΠ (1902) / Τα απόκρυφα των Αθηνών. Οι χασισοπόται εγκληματίαι ............................ ...128 • ΣΚΡΙΠ (1904) / Η σύμβασις Ελλάδος και Αιγύπτου ................................................................... 132 • ΕΜΠΡΟΣ (1906) / Επιψήφισις νομοσχεδίων. Το νομοσχέδιον του χασίς ................................ 134 • ΕΜΠΡΟΣ (1906) / Χρονογραφήματα. Έλληνες Φελλάχοι ........................................................ 139 • ΕΜΠΡΟΣ (1909) / Χρονογραφήματα. Το χασίς..........................................................................141 • ΣΚΡΙΠ (1909) / Δυόμισυ μήνες στον Παλαιόν Στρατώνα.......................................................... 143 • ΣΚΡΙΠ (1909) / Αι αθλιότητές μας. Όλαι αι φυλακαί μας .......................................................... 146 • ΕΜΠΡΟΣ (1915) / Χρονογραφήματα. Οι τεκέδες...................................................................... 149 • ΕΜΠΡΟΣ (1922) / Ένας απηγορευμένος θησαυρός .................................................................. 151 • ΕΘΝΟΣ (1925) / Οι χασισοπόται Αθηνών-Πειραιώς. Προς ανακάλυψιν «ντεκέ»..................... 154 • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ (1947) / Το Χασίς, ένας μεγάλος κίνδυνος για τη νεολαία μας ....................... 160 • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ (1948) / Ένας μεγάλος κίνδυνος. Το χασίς και οι συνέπειές του..................... 163 • ΕΘΝΟΣ (1956) / Γενική Ασφάλεια ώρα Χ .................................................................................. 165 • ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (1960) / Η καλλιέργεια της ινδικής καννάβεως εις την Ελλάδα ........................... 169 • ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ (1946) / Η εκστρατεία ενάντια στους τεκέδες ....................................................... 172

Σύντομη ιστορική διαδρομή της κάνναβης

Η ιστορία της κάνναβης στους λαούς.......................................................................................... 180 Ένα ποτό που αφαιρεί τη θλίψη .................................................................................................. 187

Η πολιτική της Ολλανδίας για τα ναρκωτικά

Η αντίληψη της «μείωσης των βλαβών» ...................................................................................... 192 Coffee shops: Οι τεκέδες της Ολλανδίας .................................................................................... 197

Ευρήματα (Σπόρια και Τρίμματα)

Οι βιολογικές επιπτώσεις της χρήσης κάνναβης .........................................................................206 «Γιατί να μην χρησιμοποιήσουμε την κάνναβη για να αντιστρέψουμε το φαινόμενο του θερμοκηπίου;» .............................................................................................. 216 Ποπάϋ, ο χασισοπότης .................................................................................................................220 Παρατηρήσεις ενός καπνιστού του χασίς ...................................................................................225

Τα «Σέα» της γλώσσας.................................................................................................................228 Πηγές και Βιβλιογραφία...............................................................................................................236

7

Εισαγωγή

Ηινδική κάνναβη άρχισε να καλλιεργείται συστηματικά στην Ελλάδα από το έτος 1880, πρώτα στην επαρχία Μαντινείας και στη συνέχεια στην Αργολίδα και στη Ναυπακτία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1930 σε έγγραφο του Υπουργείου Υγιεινής αναφέρεται ότι «τα κύρια αίτια της αναπτύξεως και εντάσεως της καλ- λιεργείας της ινδικής καννάβεως εν Ελλάδι δεν υπήρξαν τόσο αι τοπικαί ανάγκαι της παραγωγής χασίς δι’ εντοπίαν κατανάλωσιν, όσον το κερδοσκοπικόν πνεύμα προς εφοδιασμόν ετέρων χωρών, εις τας οποίας υφίστατο υπό μεγάλην έντασιν το πάθος της χασισοποσίας και ιδία της Αιγύπτου».

Σύντομα το νέο προϊόν έγινε γνωστό και άρχισαν να σχηματίζονται οι πρώτοι πυρήνες χασισοποτών στην Αθήνα και τον Πειραιά. Ο καθηγητής Μιχαήλ Στριγ- γάρης αναφέρει το 1937 ότι ο Πειραιάς προ 60 ετών (πριν από το 1880 δηλαδή) είχε μεγάλο αριθμό χαμαιτυπείων και άλλων κέντρων όπου κάπνιζαν χασίς. Η «Ακρόπολις» της 30ης Ιουλίου 1893 σημειώνει ότι «εκτός των φασουλήδων, αμα- νέδων, ζεϊμπεκίων και άλλων κοινωνικών πληγών, ο Πειραιεύς έχει και κάτι τι άλλο αγριώτερον τούτο, τους χασισοπότας. Σχεδόν ολόκληρος μία συνοικία η του Κερα- τοχωρίου, βρίθει αποκρύφων κέντρων εν οις γίνεται άφθονος χρήσις χασίς».

Πριν από το 1915 η παραγωγή του ευφορικού χασίς έφτανε τα 26.000 στρέμματα που απέδιδαν 3.750.000 οκάδες φύλλων. Ο Κωνσταντίνος Μακρής, επιμελητής του Φαρμακευτικού Χημείου του Κράτους στη διδακτορική του διατριβή με θέμα «Το ελληνικόν χασίς» του 1929, γράφει:

«Παρ’ ημίν η καλλιέργεια της καννάβεως εισήχθη κατά τον παρελθόντα αιώ- να, έλαβε δε εντός δεκάδων τινών ετών σημαντικήν αύξησιν μέχρι προ ολίγων ετών ότε ηπηγορεύθη αύτη. Εν Πελοποννήσω η καλλιέργεια της καννάβεως εγένετο κατά πρώτον λόγον δια την παρασκευήν της ηδονιστικής δρόγης ήτοις ελαμβάνετο εκ των φύλλων της καννάβεως και εξήγετο εις Αίγυπτον ένθα ήτο περιζήτητος. Εκαλλιεργήτο η κάνναβις και δια τα σπέρματα και το στέλεχος αυ- τής όπερ εχρησίμευεν ως υφαντική ύλη προς κατασκευήν χονδρών σάκων και ταπήτων».

Αν και στην αρχή οι αγρότες της Μαντινείας –πριν το 1900– δεν φαίνεται να έκα- ναν χρήση του φυτού παρόλο που το καλλιεργούσαν, μετά τον πόλεμο η χρήση

9

του γενικεύθηκε και επεκτάθηκε και σε άτομα ανώτερης κοινωνικής τάξης. Ως αίτια της εξάπλωσης αναφέρονται η παραμονή του ελληνικού στρατού στη Μι- κρά Ασία και ο εθισμός πολλών στρατιωτών στο χασίς, η έλευση των προσφύ- γων πολλοί από τους οποίους το κάπνιζαν και ο ψυχικός κλονισμός, αποτέλεσμα των κακουχιών του πολέμου «όστις επέφερε την τάσιν προς καταφυγήν εις ηδο- νιστικά μέσα» (Μιχ. Κατσαράς 1928).

Η πλειοψηφία των εφημερίδων δημοσιεύουν πύρινα άρθρα εναντίον του χασίς. Αργότερα τις ίδιες επιθέσεις θα δεχτούν και τα ρεμπέτικα-χασικλίδικα τραγού- δια, που όπως το φυτό κι αυτά «αποχαυνώνουν το λαό και τον αποξενώνουν από την ταξική του συνείδηση και την αγωνιστικότητα». Μάλιστα, το 1952 στο «Έθνος», ο Πανελλήνιος Μουσικός Σύλλογος εκφράζει την αντίθεσή του στα μπουζούκια τα οποία «δεν καλλιεργούν παρά προστυχομάγκικες χασικλοειδείς εκδηλώσεις και δεν μελοποιούν παρά την “φθίσιν“, την “αιμόπτυσιν“, τον “θάνα- τον“, τα ναρκωτικά, το έγκλημα, την χαρτοπαιξίαν, την κλοπήν και τα λοιπά». Κάποιοι επικριτές των χασικλίδικων τραγουδιών φτάνουν στο σημείο να απα- ξιώσουν όχι μόνο το περιεχόμενό τους όσον αφορά τους στίχους, αλλά και τη μουσική την ίδια, «μακρόσυρτη που έρπει και κυλιέται διαρκώς γύρω από το μο- νότονο θέμα των τραγουδιών, χωρίς λυτρωμό και λύση» όπως έγραφε η Σοφία Σπανούδη το 1949 στα «Νέα».

Για τη σχέση των καλλιεργητών με το χασίς δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία η εφη- μερίδα «Σκριπ» τον Δεκέμβριο του 1902.

«Το χασίς δεν έχει τα θύματά του μόνον μεταξύ των φαυλοβίων. Δυστυχώς υποφέρουν πολύ εξ αυτού και οι καλλιεργηταί του δηλητηρίου τούτου. Μας διηγήθησαν ότι εις την Πελοπόνησσον τα κορίτσια του λαού τα καλλιεργούντα το χασίς, υφίστανται κάποτε ζωηρούς κλονισμούς. Συνήθως το χασίς διαθέτει ταύτα εις διαρκή ευθυμίαν και χαράν. Όλαι αι εργάτιδες τραγωδούν και χαριε- ντίζονται όλην την ημέραν. Πολλάκις δε την εσπέραν ενώ επιστρέφουν εκ της εργασίας των είνε σχεδόν τρελλαί από ζωηρότητα και προβαίνουν εις διαφό- ρους σκηνάς προς τους διαβάτας που συναντούν».

Πληροφόρηση για το πώς εξελίχθηκε η υπόθεση της κάνναβης στην Ελλάδα και για τους νόμους που εφαρμόστηκαν, μας δίνει ο αστυνομικός Αρ. Κουτσουμά- ρης, σε άρθρο του με υπογραφή 5 Νοεμβρίου 1936 και τίτλο «Πώς κατεπολε- μήθη διεθνώς η διάδοσις των ναρκωτικών. Τίνα μέτρα έλαβε το κράτος και τίνα δέον να λάβη εις το μέλλον».

«Το πρόβλημα της καταπολεμήσεως της τοξικομανίας απησχόλει προ μακρού την διεθνή κοινήν γνώμην, έλαβε δε ειδικήν μορφήν από της 23 Ιανουαρίου 1912, οπότε συνήλθεν η περί οπίου κ.λ.π. ειδική εν Χάγη διάσκεψις. Η μετά τον Ευρωπαϊκόν όμως πόλεμον διαπίστωσις της καταπληκτικής αυξήσεως των το- ξικομανών, οφειλομένης το μεν εις τον τεράστιον αριθμόν των τραυματιών, το δε εις τον κλονισμόν, ον επήνεγκον αι κακουχίαι και αι στερήσεις του πολέμου

10

επί του νευρικού συστήματος του πληθυσμού των εμπολέμων κρατών και ιδία των στρατευθέντων, οίτινες υπέστησαν επί μακρόν την ζωήν των χαρακωμά- των, συνετέλεσαν εις το ν’ αχθή επί τάπητος το ζήτημα τούτο κατά την συζή- τησιν της συνθήκης των Βερσαλλιών, εν άρθρω 295 της οποίας συνεφωνήθη όπως εντός 12μήνου από της ενάρξεως της ισχύος της ληφθώσιν υφ’ εκάστου των υπογραψάντων αυτήν κρατών νομοθετικά μέτρα καθιστώντα δυνατήν την εφαρμογήν της περί οπίου κλπ διεθνούς συμβάσεως της Χάγης της 23-1-1912. Βάσει της διατάξεως ταύτης εξεδόθη παρ’ ημίν το από 22-12-1920 Ν.Δ. “περί παραγωγής και εμπορίας του οπίου, της μορφίνης, κοκκαΐνης, ηρωΐνης και των αλάτων αυτών”, το Β.Δ. της 28-6-1921, ο νόμος 2736 και βραδύτερον το Ν.Δ. της 14/27 Οκτωβρίου 1925 “περί μονοπωλείου ναρκωτικών φαρμάκων”. Εκ πα- ραλλήλου περί ινδικής καννάβεως (χασίς) ίσχυσαν διαδοχικώς ο Νόμος ΓΡΚΓ της 14/15-6-1906, ο Νόμος 2107 της 11/14 Μαρτίου 1920, ο Νόμος 3070 της 24 Μαρτίου 1924 και τέλος το Ν.Δ. της 7 Νοεμβρίου 1925. Δια των τελευταίων εκ των ανωτέρω Νόμων ετέθη μεν τέρμα εις την καλλιέργειαν της ινδικής καννά- βεως εν τω κράτει, δεν εθεραπεύθη όμως ουσιαστικώς το κακόν, εφ’ όσον πα- ρείχετο το δικαίωμα της κατοχής αυτής επί τόσον μακρόν χρονικόν διάστημα, όπερ δικαίωμα έδωκε λαβήν εις πλείστας παραβάσεις του Νόμου. Διότι εν’ ω η προθεσμία αύτη παρετείνετο δια την εξάντλησιν προφανώς της ποσότητας της ινδικής καννάβεως, ήτις υπήρχε κατά την αρχικήν απαγόρευσιν της καλλιεργεί- ας και εμπορίας ταύτης, η ποσότης αύτη παρέμεινεν ανεξάντλητος, διότι κατ’ ουσίαν ανενεούτο εκάστοτε, δεν ήτο δε δυνατός κρατικός τις έλεγχος, αφ’ ου δεν είχε ληφθή πρόνοια προς καταγραφήν της ποσότητος, ήτις υπήρχε κατά την αρχικήν εφαρμογήν του Νόμου».

Είναι φανερό ότι οι καλλιεργητές έπαιζαν κρυφτό με το Νόμο, εφευρίσκοντας διάφορους τρόπους για να ανανεώνουν και να προωθούν το προϊόν τους. Οι αποθήκες τους λοιπόν δεν άδειαζαν ποτέ. Ο Αρ. Κουτσουμάρης μεταφέρει στη συνέχεια μια εμπειρία του από υπηρεσιακή επίσκεψη στη Σερβία.

«Κατά το έτος 1928, ότε μετέβην εις Σερβίαν προς σύλληψιν των Ρετζαίων, δι- επίστωσα ότι τεράστιαι εκτάσεις εν Ν. Σερβία είχον μισθωθή παρ’ ημεδαπών, οίτινες εκαλλιέργουν εν αυταίς ινδικήν κάνναβιν, ην εισήγον ακατέργαστον υπό διαμετακόμισιν εις την ελευθέραν Ζώνην Θεσσαλονίκης1 και εκείθεν λα- θραίως εις το κράτος ή την Αίγυπτον, ήτις έκτοτε αποτελεί δια τους ημεδαπούς λαθρεμπόρους την μεγάλην αγοράν καταναλώσεως πάσης φύσεως ναρκωτι-

1. οποία ανήκε. Η Πολιτεία μπορούσε να αναγνωρίζει προνόμια «ειδικής φύσεως» στην Ελεύθερη Ζώνη, χωρίς να παραχωρεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα επί του εδάφους. Τα όρια της ΕΖ ήταν καθορισμένα με λεπτομέ- ρεια και ο χώρος της θεωρείτο ότι βρίσκεται εκτός του τελωνειακού εδάφους της Πολιτείας. Η ΕΖ μπορούσε να δέχεται εμπορεύματα από το εξωτερικό ελεύθερα, χωρίς την ανάμειξη της τελωνειακής αρχής, δηλαδή χωρίς τελωνειακές διατυπώσεις. Κύριος σκοπός της Ζώνης ήταν η προσέλκυση και η τόνωση του διαμετακο- μιστικού εμπορίου. Τα εγκαίνια της ΕΖ Θεσσαλονίκης έγιναν τον Οκτώβριο του 1925. Η πρώτη προσπάθεια για τη λειτουργία της έγινε το 1914 αλλα ματαιώθηκε εξαιτίας του πολέμου.

Ελεύθερη Ζώνη θεωρείτο μια περιοχή που βρισκόταν εκτός του τελωνειακού εδάφους της Πολιτείας στην

11

κών και ιδία χασίς, μολονότι είναι η μόνη χώρα, δι’ ην είχε ληφθή παρ’ ημίν από του 1906 δια του Νόμου ΓΡΚΓ, ειδική νομοθετική πρόνοια προς πρόληψιν της εις αυτήν εισαγωγής ινδικής καννάβεως».

Τα κανναβουργεία

Η πρώτη σοβαρή προσπάθεια καλλιέργειας κλωστικής κάνναβης εκδηλώθηκε το 1875. Την περίοδο 1915-1919, ο πόλεμος, ο ναυτικός αποκλεισμός και η ταχεία αύξηση της τιμής των δημητριακών συντέλεσαν στη μείωση της οργανωμένης καλλιέργειάς της. Μετά τη λήξη του Α ́ Παγκοσμίου Πολέμου η κλωστική κάννα- βη αποτελεί βασική γεωργική καλλιέργεια και το 1928 λειτουργούν στην Ελλάδα δέκα κανναβουργεία –εργοστάσια επεξεργασίας ινών– κυρίως για τη δημιουρ- γία σκοινιών.

Μετά το 1935 καλλιεργείται εντατικότερα η κλωστική κάνναβη, η οποία περιέχει πολύ χαμηλά ποσοστά σε τετραϋδροκανναβινόλη, την ουσία δηλαδή η οποία εί- ναι υπεύθυνη για την ευθυμία και το «ανέβασμα» που προκαλεί το φυτό. Τα έτη 1938, 1946 και 1952 η κλωστική κάνναβη καλύπτει 4.850, 6.207 και 7.005 καλλι- εργούμενα στρέμματα αντίστοιχα. Με υπουργικές αποφάσεις, το 1939, καθορί- ζονται για κάθε έτος οι περιοχές και οι εκτάσεις στις οποίες επιτρέπεται η καλλι- έργεια της κάνναβης για την παραγωγή ινών: στη Θεσσαλονίκη, στα Γιαννιτσά, στη Βέροια και στο Κιλκίς αρχικά, στη Βοιωτία και στο Μεσολόγγι από το 1945 και στην Ξάνθη, μετά το 1955 (εκεί ειδικά για παραγωγή σπόρων). Οι ίνες της κάνναβης χρησίμευαν για την κατασκευή σπάγγων, σχοινιών, υφασμάτων για σάκους και για πανιά πλοίων. Από τους σπόρους της παράγονταν επίσης έλαιο κατάλληλο για χρήση στη σαπουνοποιία και τη βερνικοποιία, ενώ στην περιοχή της Φλώρινας κοπάνιζαν σπόρους κάνναβης και αφού προσθέτανε ζεστό νερό έφτιαχναν μια πυκνόρρευστη μάζα την οποία στράγγιζαν, συμπλήρωναν λίγο βρασμένο σιτάρι και τη χρησιμοποιούσαν ως νηστίσιμο και θρεπτικό φαγητό. Η συνήθεια αυτή εγκαταλείφθηκε μετά την εφαρμογή της απαγορευτικής νο- μοθεσίας.

Μέχρι το 1957 που απαγορεύτηκε με νόμο η καλλιέργεια και της κλωστικής κάν- ναβης, λειτουργούσαν 7 κανναβουργεία στην Ελλάδα.2 Το πιο παλιό ήταν το ερ- γοστάσιο Δεσύλλα στην Κέρκυρα, το εργοστάσιο «Καννάβεως, Λίνου και Ιούτης» που ιδρύθηκε το 1871 από τον Αλέξανδρο Δεσύλλα και επεξεργαζόταν καννάβι, λινάρι και γιούτα, που εισάγονταν από την Ινδία, το Πακιστάν και τις Φιλιππίνες. Η τεράστια αυτή μονάδα την εποχή της ακμής της απασχολούσε γύρω στους 1500 εργάτες. Μετά τον θάνατο του ιδιοκτήτη, το 1932, τη διεύθυνση ανέλαβε ο γιος του, Θεόδωρος Δεσύλλας,3 απόφοιτος της Ανωτάτης Ακαδημίας Εμπορι-

2. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1937, η Έκθεση της Θεσσαλονίκης φιλοξενεί όλη την εθνική παραγωγή, με πρώτο το ελαιόλαδο, τη γραβιέρα Κρήτης, την κοπανιστή Χίου, τη σταφίδα και, με τη μορφή φωτογραφικού αφιερώ- ματος, γίνεται αναφορά στα βιομηχανικά φυτά, «από τα σπουδαιότερα των οποίων πρέπει να θεωρηθούν η κάνναβις και το ρύζι» όπως γράφει το «Έθνος».

3. Ο Θεόδωρος Δεσύλλας (1891-1968) αναμείχθηκε και με την πολιτική. Εξελέγη βουλευτής Κερκύρας και διορίστηκε υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας το 1947 και το 1950 υπουργός Ναυτικών.

12

κών Επιστημών της Γαλ- λίας και της Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατάφερε να αναπτύξει ακόμη περισσότερο την επιχείρηση, φτάνοντάς την σε ζηλευτά επίπεδα, ενώ ίδρυσε και ένα δεύ- τερο εργοστάσιο στον Πειραιά.

Το εργοστάσιο Δεσύλλα βρισκόταν στη Γαρίτσα της Κέρκυρας. Παλιοί ερ- γάτες της επιχείρησης θυμούνται το διαπεραστικό σφύριγμα της σειρήνας κάθε πρωί στις 6, όταν ξεκίναγε η πρώτη βάρδια. Οι περισσότεροι εργάτες και ερ- γάτριες έμεναν σε κοντινά χωριά και πήγαιναν στην επιχείρηση με τα πόδια, ξεκινώντας χαράματα. Στο εργοστάσιο πάντως οι ώρες εργασίας ήταν πάρα πολλές και οι συνθήκες δύσκολες, ενώ η απόλυση τριών εργατών το 1911 ήταν η αφορμή για την κήρυξη της πρώτης εργατικής απεργίας στην Κέρκυρα με πρω- τοβουλία του Αλληλοβοηθητικού Εργατικού Συνδέσμου. Ένα χρόνο μετά οι ερ- γαζόμενοι στο κανναβουργείο Δεσύλλα πετυχαίνουν με απεργία τη μείωση των ωρών εργασίας από 14 σε 12. Από τα μέσα του 20ου αιώνα άρχισε η μείωση της παραγωγής και του προ-

σωπικού λόγω οικονομι- κών δυσκολιών. Το Δεκέμβριο του 1970 αντικαταστάθηκε ο διευ- θυντής του εργοστασί- ου και ο νέος μείωσε το προσωπικό κατά 50%. Το εργοστάσιο σταμά- τησε να λειτουργεί το 1982.

Άποψη του κανναβουργείου Δεσύλλα στην Κέρκυρα.

Το δεύτερο μεγάλο ερ- γοστάσιο επεξεργασίας κάνναβης, ήταν το «Καν- ναβουργείο Έδεσσας», που ιδρύθηκε το 1908 από την «Εταιρεία Τότσκα και Σία» και αρκετούς μετόχους. Το 1912 λόγω απειρίας των μετόχων η διεύθυνση και η οργάνωση της επιχείρη- σης ανατίθεται στο βιομήχανο Ηρ. Χατζηδημούλα. Το κανναβουργείο αρχίζει να λειτουργεί κανονικά το 1913.

Εκεί, σ’ ένα χώρο έκτασης 14 στρεμμάτων, στην τοποθεσία Μεγάλος Κριμνός, 13

Μηχανήματα επεξεργασίας κλωστικής κάνναβης στο διατηρητέο πλέον κανναβουργείο Έδεσσας

απασχολούνταν 100 εργάτες και παράγονταν καθημερινά 1.200 κιλά σπάγγος και σκοινιά. Σαν πρώτη ύλη χρησιμοποιούσαν εισαγόμενο καννάβι από τις Μπενάρες των Ιν- διών, ενώ για τους σπάγγους αρχι- κά σερβικό καννάβι και αργότερα εγχώριο από τους κάμπους των Γιαννιτσών και των Κουφαλίων. Τα χοντρά σκοινιά πωλούνταν στην αγορά της Κρήτης –που ήταν το μεγαλύτερο κέντρο κατανάλωσης– στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία, ενώ οι λεπτοί σπάγγοι στην Ανατο- λική Μακεδονία και τη Θράκη, για τα καπνά.

H αφθονία των υδάτων στην πε- ριοχή της Έδεσσας, καθώς και οι έντονες κλίσεις του εδάφους έδω-

σαν την δυνατότητα εκμετάλλευσης της υδροκίνησης από τα αρχαία χρόνια. Από τα τέλη του 19ου αιώνα άρχισε η συστηματική εκμετάλλευση των νερών της περιοχής με την εγκατάσταση υδροκίνητων εργοστασίων. Ένα απ’ αυτά ήταν το κανναβουργείο. Το διάστημα από το 1928 μέχρι το 1940 ήταν η περίοδος της ακ- μής του εργοστασίου καθώς έφτασε να απασχολεί 150 εργάτες.1 Το 1950 άρχισε η παρακμή του κανναβουργείου, που οφειλόταν κυρίως σε προσωπικές φιλοδο- ξίες των μετόχων. Το 1967 ακολουθεί την τύχη των περισσότερων υδροκίνητων μονάδων που άρχισαν να κλείνουν οριστικά από το 1962. Μια τελευταία απο- τυχημένη απόπειρα διάσωσης της επιχείρησης επιχειρήθηκε το 1966, από τους 100 εναπομείναντες εργάτες του, που ανέλαβαν τη διαχείριση ιδρύοντας τον «Παραγωγικό Συνεταιρισμό Εργασίας η Πέλλα».

Η εισαγωγή πρώτης ύλης από το εξωτερικό γινόταν τακτικά από τους βιομήχα- νους εξαιτίας της εξαιρετικής της ποιότητας. Αντίθετα, οι Έλληνες καλλιεργητές, παρήγαγαν μια κάνναβη κακής ποιότητας και παρέδιδαν στα κανναβουργεία «μια μάζα από ίνες, ξύλα και κολλώδεις ουσίες». Την ίδια στιγμή, το ελληνικό

1. Η διαδικασία κατεργασίας της κάνναβης και κατασκευής των σχοινιών ήταν δύσκολη αλλά γινόταν με εξαιρετική μεθοδικότητα και το εργοστάσιο γνώρισε ημέρες μεγάλης ακμής κατά το Μεσοπόλεμο, οπότε και προμήθευε σχεδόν αποκλειστικά το μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Παρήκμασε μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο το 1983. Αναπλάστηκε με στόχο να αποτελέσει πόλο έλξης και χώρο μάθησης, που θα συμβάλλει στην αναβίωση της ιστορίας της περιοχής. Σώζεται ο αυθεντικός εξοπλισμός του παλιού εργοστασίου που εντάσσεται στο Υπαίθριο Μουσείο Νερού μαζί με τα αναπαλαιωμένα κτίρια της κάποτε ισχυρής κλωστοϋφαντουργίας.

14

παραγόμενες ποσότητες ελληνι- κής κάνναβης, σε περίπτωση δε άρνησής τους, τους απαγόρευε να εισάγουν κάνναβη από το εξωτερι- κό. Το απόσπασμα που ακολουθεί αναφέρεται και στο συγκεκριμένο θέμα. Είναι από την ομιλία του Θε- όδωρου Δεσύλλα, στην Ανωτέρα Σχολή Βιομηχανικών Σπουδών, το 1953, ενώπιον των φοιτητών της Σχολής, όπου αναπολεί τις νεανι- κές του προσπάθειες στη βιομηχα- νία της κάνναβης και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, κατατοπίζει το ακροατήριό του σχετικά με το φυτό και κατονομάζει τους υπαίτιους της κατάρρευσης της ελληνικής καννα- βοβιομηχανίας: τους τεμπέληδες δηλαδή, τους γραφειοκράτες και τους πολιτικούς...

«Επιτρέψατέ μου με κάποιαν συ- γκίνησιν να ενθυμηθώ ότι, όταν ήμην νέος, προ 25 ετών, πλήρης ονείρων και ελπίδων δια την ευημερίαν του πολυαγαπητού και τόσον δυστυχούς σήμερον τόπου μας, είχον προσωπικώς ασχοληθή με την καλλιέργειαν της καννάβεως. Ήλπιζον και ονειροπόλουν τότε ότι ο τόπος θα ηδύνατο να ανεύρη, εις την καλλιέργειαν και την βιομηχανίαν της καννάβεως, τρόπον αυξήσεως του εθνικού πλούτου και του εθνικού εισο- δήματος. Είχον τότε τας ελπίδας αυτάς, δια να τας ίδω διαψευδομένας αργότε- ρον, δια να έχω την πικρίαν ότι τον πλούτον μεταβάλαμεν, δια της ασκουμένης κακής, κακίστης κρατικής πολιτικής, εις δυσβάστακτον βάρος της εθνικής οι- κονομίας, διότι με την δημοκοπίαν υπέρ του παραγωγού, ελησμονήσαμεν ότι η οικονομική πολιτική δέον να πηγάζη από ειλικρινές και γόνιμο ενδιαφέρον υπέρ του συνόλου. Παρεξηγήσαμεν και εθεωρήσαμεν τα μέτρα του πλουτι- σμού ωρισμένων προνομιούχων καλλιεργητών ότι αποτελούν οικονομικήν πο- λιτικήν και ηδιαφορήσαμεν πλήρως ότι τα μέτρα ταύτα κατέληξαν να είναι και αντιοικονομικά και αντικοινωνικά. Προέβην λοιπόν προ 25 ετών εις δοκιμαστικήν καλλιέργεια καννάβεως επί 5 ή 6 στρεμμάτων εν Κερκύρα, πλησίον των εργοστασίων μας. Εβασίσθην εις ωρι- σμένα ειδικά συγγράματα, συντεταγμένα παρά διαφόρων καθηγητών. Αλλά ιδίως εβασίσθην εις τας συμβουλάς φίλου μου εν Φερράρα της Ιταλίας, ο οποί- ος είχεν ασχοληθή με την επιστημονικήν και συστηματικήν καλλιέργειαν της καννάβεως. Εβασίσθην επίσης εις την κατά διαφόρους περιόδους παρακολού-

15

canavaccio

canavaccio

Η ποινικοποίηση της ινδικής κάνναβης

Ας φανταστούμε ότι η καλλιέργεια της ινδικής κάνναβης, όχι μόνο είναι εξα- πλωμένη σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, όχι μόνο συμβάλλει σημαντικά στην αγροτική οικονομία τους, αλλά ότι ενθαρρύνεται και φορολογείται από το Κράτος. Αυτό που σήμερα μπορεί να μοιάζει εφιάλτης ή όνειρο, ουτοπία ή φάρσα, αποτέλεσε πραγματικότητα πριν από έναν περίπου αιώνα. Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε μέσα από τα κείμενα των σχετικών νόμων πώς από τη νόμιμη καλλιέργεια, διακίνηση και χρήση φτάσαμε σε διάστημα λίγων χρόνων στην ποινικοποίησή τους.

Να σημειώσουμε πάντως από τώρα τρία κεντρικά σημεία σχετικά με την εξέλι- ξη της νομοθεσίας περί ινδικής κάνναβης:

• η έκδοση νόμων και διαταγμάτων στις αρχές του 20ου αιώνα με στόχο τον έλεγχο αρχικά και την απαγόρευση αργότερα της ινδικής κάνναβης ήταν μάλ- λον το αποτέλεσμα εξωτερικών πιέσεων, παρά κρατική αντίδραση στην καλλι- έργεια ή τη χρήση του χασίς

• μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’30, ο νομοθέτης αντιμετωπίζει την ινδική κάνναβη χωριστά από το όπιο, τη μορφίνη, την ηρωίνη, την κοκαΐνη και τις άλλες ουσίες που θα ομαδοποιηθούν υπό την ονομασία «ναρκωτικά» και • τα διάφορα νομικά κείμενα της εποχής υιοθετούν μία διάκριση μεταξύ ινδι- κής και κλωστικής κάνναβης.

Αυτή η διάκριση, παρότι δε βασιζόταν σε σαφή κριτήρια (όπως ορίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Νομοθεσία),1 χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει την εφαρμο- γή δύο νομοθετικών μέτρων και σταθμών. Από τη μία μεριά, η καλλιέργεια της

1. Στην περίπτωση της κλωστικής–βιομηχανικής κάνναβης, βάση της σημερινής Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας αποτέλεσε ο Κανονισμός (ΕΟΚ) 1308/1970 «περί κοινής οργάνωσης της αγοράς στον τομέα του λίνου και της κάνναβης», ο οποίος αργότερα αντικαταστάθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) 1673/2000. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’90 η μοναδική χώρα στην Ευρωπαΐκή Ένωση που καλλιεργούσε νόμιμα κάνναβη για βιομηχανική χρήση ήταν η Γαλλία. Από το 1993 και μετά ακολούθησαν και άλλα κράτη, όπως Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, τα οποία, αναγνωρίζοντας τα μακροπρόθεσμα οφέλη εναρμονίστηκαν γρήγορα με την ήδη ισχύουσα Ευρωπαϊκή Νομοθεσία. Παράλληλα συντάχθηκαν και τέθηκαν σε ισχύ πλήθος συμπληρωματικών και εκτελεστικών Κανονισμών, οι οποίοι καθόριζαν τις ετήσιες οικονομικές ενισχύσεις της παραγωγής κάνναβης στα Κράτη μέλη της και τους σχετικούς όρους, τις ποικιλίες της Cannabis sativa προς καλλιέργεια αλλά και την ελάχιστη επιτρεπόμενη περιεκτικότητα σε Δ-9-τετραϋδροκανναβινόλη (THC) σε καλλιέργειες και σε προϊόντα της (σύμφωνα και με τον τελευταίο Κανονισμό (ΕΕ) 953/2006, ως ελάχιστη επιτρεπόμενη περιεκτικότητα σε THC έχει καθοριστεί το 0,2%).

24

κάνναβης με σκοπό την εξαγωγή ινών, σπό- ρων και ελαίου ενθαρρύνθηκε από τα πρώτα βήματα του Ελληνικού Κράτους. Μόλις το 1836 το Βασιλικό Τυπογραφείο δημοσιεύει μία με- λέτη του Γρ. Παλαιολόγου περί καλλιέργειας της κάνναβης –δεν γίνεται λόγος περί χασίς ή περί ηδονιστικής χρήσης.1 Σταδιακά, και ιδίως από τις αρχές του 20ου αιώνα, οι προσπάθει- ες βιομηχανικής ή βιοτεχνικής εκμετάλλευσης του φυτού πολλαπλασιάζονται (βλ. και την Εισαγωγή), ενώ κατά τη μεταξική περίοδο η κανναβοκαλλιέργεια αφενός επεκτείνεται (Α.Ν. 976/1937) και αφετέρου τίθεται υπό κρα- τικό έλεγχο (Α.Ν. 1970/1939). Είναι ενδεικτικό ότι κανένας από τους δύο αυτούς αναγκαστι- κούς νόμους δεν αναφέρει το ενδεχόμενο το προϊόν της καλλιέργειας να χρησιμοποιηθεί για άλλους σκοπούς –κι αυτό σε μία περίοδο που οι χασισοπότες διώκονται απηνώς. Η πε- ρίοδος χάριτος για την κλωστική κάνναβη θα λήξει μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν τα συνθετικά νήματα θα την αντικαταστήσουν σε πολλές χρήσεις της: η καλλιέργειά της θα απαγορευτεί στην Ελλάδα το 1957.

Από την άλλη μεριά, η καλλιέργεια της ινδικής κάνναβης ενθαρρύνεται κι αυτή αρχικά (βλ. για παράδειγμα την έκθεση που υποβάλλει το 1887 ο δήμαρχος Ορχομενού Μαντινείας κατόπιν υπουργικής διαταγής),2 αλλά από τα τέλη του 19ου και ιδίως από τις αρχές του 20ου αιώνα η παραγωγή και η χρήση της θα περιοριστούν από μία σειρά νομοθετημάτων.

Όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει από ορισμένες διατάξεις αυτών των κει- μένων και όπως αποδεικνύεται από την έρευνα της Ιωάννας Τσίγκανου,3 κε- ντρικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή έπαιξαν οι διμερείς εμπορικές σχέσεις Ελλά- δας-Αιγύπτου, καθώς και η ενεργή ανάμειξη της βρετανικής διπλωματίας. Πιο

1. Παλαιολόγος Γρηγόριος, Περί καλλιεργείας και παρασκευής της καννάβεως, Αθήναι, Βασιλική Τυπογραφεία, 1836.

2. Περί Χασίς. Έκθεσις του δημάρχου Ορχομενού της Μαντινείας, Ελληνική Γεωργία, έτος 3Ο, Μάρτιος 1887, τ. 3, σελ. 110-114.

3. Tsiganou Joanna G., Law-Making on Drugs and Politics in Greece, Athens, National Centre for Social Research, 2003, και πιο συνοπτικά: Τσίγκανου Ιωάννα Γ., Το «Ζήτημα των Ναρκωτικών». Μια ιστορική ανα- δρομή στην ελληνική νομοθεσία, στο Ι. Φαρσεδάκης, Γ. Συλίκος, Ναρκωτικά, Νομική και Εγκληματολογική δι- άσταση στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Θεωρία – Νομολογία – Υποδείγματα, Αθήνα, Βασική Νομική Βιβλιοθήκη, 1996, σελ. 13-28.

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΟΥ Εν

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Αθήναις τη 22 Ιανουαρίου 1919

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟΝ Αριθμός φύλλου 14 Περί αλητείας και επαιτείας

Νόμος 1681

Αλητεία Άρθρον 1. Όστις, εκ φυγοπονίας και στερούμενος μέσων συντη- ρήσεως, περιπλανάται εις την χώραν ή περιφέρεται συ- νεχώς εν τινί τόπω, χωρίς να έχη σταθερόν κατάλυμα,

τιμωρείται δια φυλακίσεως μέχρις εξ μηνών.

Επαιτεία.

Άρθρον 2. Όστις εκ φυγοπονίας ή φιλοχρηματίας επαιτεί ή εξω- θεί προς επαιτείαν ή παραλείπει να παρεμποδίση από

ταύτης πρόσωπα τελούντα υπό τηνεξουσίαν αυτού ή εν σχέσει εξαρτήσεως προς αυτόν, τιμωρείται δια φυλακί- σεως μέχρι τριών ετών.

Άρθρον 5. Όστις, άεργος ων ή αποδεδειγμένως διάγων άτακτον βίον, επιδίδεται καθ’ έξιν εις χασισοποτίαν, φοιτών

προς τούτο εις τοιούτου είδους καταγώγια ή άλλα εν- διαιτήματα, τιμωρείται με φυλάκισιν ενός έτους. Εν υποτροπή η ποινή αύτη δύναται να επιταθή μέχρι δύο ετών, ο δε καταδικασθείς υποβάλλεται και εις αστυνο- μικήν επιτήρησιν.

Δια της αυτής ποινής, προς δε και δια χρηματικής ποινής μέχρι δέκα χιλιάδων δραχμών, τιμωρούνται οι διευθυνταί ή οι συντηρούντες τοιούτου είδους καταγώ- για ή ενδιαιτήματα, εν οις κατά σύστημα παρέχονται τα μέσα προς χασισοποσίαν ή οίτινες εν γνώσει ανέχο- νται τούτο καίτοι μη παρέχοντες τα μέσα.

Αι αυταί ποιναί επιβάλλονται και εις τους πωλού- ντας ή προμηθεύοντας χασίς εις τα εν τη προηγουμένη παραγράφω πρόσωπα.

Η κατά των επί τη βάσει του παρόντος άρθρου εκ- διδομένων αποφάσεων έφεσις, ουδέποτε έχει ανασταλ- τικήν δύναμιν ουδ’ επιτρέπεται μετ’ αυτήν απόλυσις επί εγγυήσει.

25

ρεύσει κι αυτή την καλλιέργεια στην επικράτειά της, καθώς το προϊόν της τε- λευταίας τροφοδοτούσε λαθραία την αιγυπτιακή αγορά. Ως αντάλλαγμα, τα ελληνικά καπνά θα είχαν ευνοϊκή μεταχείριση κατά την εισαγωγή τους στην Αίγυπτο. Η Βρετανία, που έλεγχε τη χώρα από το 1882, πίεζε για την αποδοχή αυτών των όρων και την υπογραφή των συμβάσεων. Το κίνητρο αυτής της βρετανικής επιμονής ήταν κατά την Τσίγκανου ότι το ιδιότυπο καθεστώς της Αιγύπτου, που τυπικά εξακολουθούσε να είναι οθωμανική επαρχία, δημιουρ- γούσε εμπόδια στη σύναψη διμερών συμφωνιών με άλλα κράτη.

Η βρετανική διπλωματία ήθελε, λοιπόν, να δημιουργήσει ένα προηγούμενο που θα της επέτρεπε να προχωρήσει αργότερα σε μια αντίστοιχη βρετανο- αιγυπτιακή συμφωνία. Μία άλλη ερμηνεία της βρετανικής στάσης, που δεν αναιρεί, αλλά ίσως συμπληρώνει την παραπάνω, ήταν ότι η Βρετανία επεδί- ωκε να εκτοπίσει το ελληνικό χασίς από την αιγυπτιακή αγορά προς όφελος του ινδικού χασίς. Εν πάση περιπτώσει, η ιστορία των εμπορικών συμβάσεων είναι στενά συνυφασμένη με τους πρώτους περιορισμούς της ινδικής κάννα- βης στην Ελλάδα, όπως θα δούμε αμέσως.

Το πρώτο κείμενο που μαρτυρά την κρατική βούληση να περιοριστεί η χρή- ση του χασίς ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα: είναι μία εγκύκλιος του τότε Υπουργού Εσωτερικών Στέφανου Δραγούμη (εγκ. υπ’αρ. 22 της 27ης Μαρτίου 1890). Η εγκύκλιος αυτή βασιζόταν σε μία γνωμοδότηση του Ιατροσυνεδρίου για την επικινδυνότητα του χασίς και ζητούσε από τους κατά τόπους νομάρχες να ενεργήσουν για την έκδοση αστυνομικών διατάξεων που θα απαγόρευαν την κατανάλωση χασίς σε καφενεία και άλλα καταστήματα. Για παράδειγμα, μία διάταξη της Αστυνομίας Αθηνών και Πειραιώς θα υιοθετήσει λίγα χρόνια αργότερα αυτές τις υποδείξεις, απαγορεύοντας τη χρήση και επιβάλλοντας το κλείσιμο των εν λόγω καταστημάτων, τη δήμευση των εσόδων τους και την καταστροφή των συνέργων της χρήσης (αστ. διάταξις Ν 55 της 11ης Σεπτεμ- βρίου 1897). Ωστόσο, τα κείμενα αυτά, όπως και μία εγκύκλιος του Υπουργεί- ου Δικαιοσύνης που απαγόρευε την εισαγωγή χασίς στις φυλακές (εγκ. υπ’αρ. 6348 της 6ης Απριλίου 1890), δεν φαίνεται να είχαν θεαματικά αποτελέσμα- τα: μπορεί η αστυνομία να προβαίνει στο κλείσιμο κάποιων «χασισοποτείων», αλλά η χρήση της ινδικής κάνναβης στις φυλακές και τους τεκέδες θα αυξηθεί μάλλον παρά θα περιοριστεί στις αρχές του επόμενου αιώνα. Παράλληλα, η καλλιέργεια και η ιδιωτική χρήση του χασίς δεν αντιμετωπίζουν κανένα νομικό περιορισμό.

Το γιατί εκδίδονται τέτοιες εγκύκλιοι και διατάξεις λίγα μόλις χρόνια μετά την έκθεση του δημάρχου Ορχομενού, δεν είναι ίσως άσχετο με τις –ατελέσφορες τελικά– διαπραγματεύσεις για την ανανέωση της ελληνο-αιγυπτιακής εμπορι- κής σύμβασης που θα εξέπνεε το Μάρτιο του 1890.

Εκεί όπου ο ρόλος της εξωτερικής πολιτικής υπήρξε χωρίς καμία αμφιβολία καθοριστικός ήταν στην περίπτωση του νόμου ΓΡΚΓ’ (3123) «περί φορολογί

26

ας της Ινδικής καννάβεως και περί τελωνιακών μέτρων κατά την εξαγωγήν αυτής εις την αλ- λοδαπήν» που ψηφίστηκε, όχι χωρίς προσκόμ- ματα, το 1906. Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή παρουσιάστηκε από τους εισηγη- τές του ως απλό φορολογικό μέτρο που θα εφαρμοζόταν σε ένα προσοδοφόρο γεωργικό προϊόν. Γρήγορα, όμως, έγινε σαφές ότι, κατά τις διμερείς συνομιλίες την άνοιξη του 1906 για τη σύναψη μίας νέας εμπορικής συμφωνί- ας, η ελληνική αντιπροσωπεία είχε δεσμευτεί για την ψήφιση ενός νόμου που θα απαγό- ρευε την εξαγωγή χασίς στην Αίγυπτο. Υπό τα συνδυασμένα πυρά των βουλευτών της αντι- πολίτευσης, ο πρωθυπουργός Γ. Θεοτόκης δήλωσε ότι: «το ζήτημα λοιπόν είνε καθαρόν αν ψηφισθή το νομοσχέδιον θα ψηφισθή και η σύμβασις, άλλως όχι».1

Έτσι, με τον εκβιαστικό αυτό ελιγμό το σχέ- διο νόμου πέρασε τελικά με ορισμένες τρο- ποποιήσεις από τη Βουλή. Οι διατάξεις του νόμου προέβλεπαν τη φορολόγηση της καλ- λιέργειας ινδικής κάνναβης με οκτώ δραχμές ανά στρέμμα, την απαγόρευση της εξαγωγής προς την Αίγυπτο και την καταβολή εγγύησης ύψους 10 δραχμών ανά οκά (περίπου 1.300 γραμ.) για την εξαγωγή προς τις άλλες χώρες. Το άρθρο 15 όριζε ότι τα ποσά που θα συγκεντρώνονταν από τη φορολογία και τις κατακρατηθείσες εγγυήσεις θα προορίζονταν αποκλειστικά για έργα υποδομής (αποξηραντικά, υδραυλικά ή οδοποιίας) στις χασισοπαρα- γωγούς περιοχές –και αυτή ήταν η σημαντικότερη τροποποίηση που μπόρεσαν να επιφέρουν στο σχέδιο νόμου οι αντιπρόσωποι των εν λόγω περιφερειών. Ο νόμος 3123/1906, πάντως, δεν έκανε καθόλου λόγο για το εμπόριο του χασίς στον ελληνικό χώρο ή για τη χρήση του, η οποία τιμωρείτο με σχετικά ελαφρές ποινές από τις αστυνομικές διατάξεις. Αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πό- λεμο, όμως, ένας νόμος (Ν. 1681/1919) που δεν αφορούσε τις ουσίες, αλλά την αλητεία και την επαιτεία, θα βάλει στο στόχαστρο έναν συγκεκριμένο τύπο χρήστη, τον οποίο όριζε ως εξής: «όστις, άεργος ών ή αποδεδειγμένως διάγων άτακτον βίον, επιδίδεται καθ’ έξιν εις χασισοποτίαν, φοιτών προς τούτο εις τοι- ούτου είδους καταγώγια ή άλλα ενδιαιτήματα». Η ποινή για το αδίκημα αυτό

1. Εφημ. Εμπρός, φυλ. 8ης Ιουνίου 1906, (βλ. Canavaccio, σελ. 134)

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΟΥ Εν

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Αθήναις τη 22 Ιανουαρίου 1919

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟΝ Αριθμός φύλλου 14 Περί αλητείας και επαιτείας

Νόμος 1681

Αλητεία Άρθρον 1. Όστις, εκ φυγοπονίας και στερούμενος μέσων συντη- ρήσεως, περιπλανάται εις την χώραν ή περιφέρεται συ- νεχώς εν τινί τόπω, χωρίς να έχη σταθερόν κατάλυμα,

τιμωρείται δια φυλακίσεως μέχρις εξ μηνών.

Επαιτεία.

Άρθρον 2. Όστις εκ φυγοπονίας ή φιλοχρηματίας επαιτεί ή εξω- θεί προς επαιτείαν ή παραλείπει να παρεμποδίση από

ταύτης πρόσωπα τελούντα υπό τηνεξουσίαν αυτού ή εν σχέσει εξαρτήσεως προς αυτόν, τιμωρείται δια φυλακί- σεως μέχρι τριών ετών.

Άρθρον 5. Όστις, άεργος ων ή αποδεδειγμένως διάγων άτακτον βίον, επιδίδεται καθ’ έξιν εις χασισοποτίαν, φοιτών

προς τούτο εις τοιούτου είδους καταγώγια ή άλλα εν- διαιτήματα, τιμωρείται με φυλάκισιν ενός έτους. Εν υποτροπή η ποινή αύτη δύναται να επιταθή μέχρι δύο ετών, ο δε καταδικασθείς υποβάλλεται και εις αστυνο- μικήν επιτήρησιν.

Δια της αυτής ποινής, προς δε και δια χρηματικής ποινής μέχρι δέκα χιλιάδων δραχμών, τιμωρούνται οι διευθυνταί ή οι συντηρούντες τοιούτου είδους καταγώ- για ή ενδιαιτήματα, εν οις κατά σύστημα παρέχονται τα μέσα προς χασισοποσίαν ή οίτινες εν γνώσει ανέχο- νται τούτο καίτοι μη παρέχοντες τα μέσα.

Αι αυταί ποιναί επιβάλλονται και εις τους πωλού- ντας ή προμηθεύοντας χασίς εις τα εν τη προηγουμένη παραγράφω πρόσωπα.

Η κατά των επί τη βάσει του παρόντος άρθρου εκ- διδομένων αποφάσεων έφεσις, ουδέποτε έχει ανασταλ- τικήν δύναμιν ουδ’ επιτρέπεται μετ’ αυτήν απόλυσις επί εγγυήσει.

27

canavaccio

canavaccio

Χρήση ινδικής κάνναβης: Παρέκκλιση και Εξουσία

«Εγώ είμαι ρεμπέτης εκατό στα εκατό. Εθελοντής ρεμπέτης. Όχι κληρωτός. Γιατί ο κληρωτός υπάρχει περίπτωση ν’ απολυθεί. Ενώ εγώ θα μείνω για πάντα ρεμπέ- της. Λένε πως τελείωσε το ρεμπέτικο, πέθαναν οι ρεμπέτες. Μήπως θεωρούν ρεμπέτη αυτόν που έπινε αργιλέ; Πρέπει να ξέρουν ότι αυτοί που λέγανε: “πίνω αργιλέ”, τότε που το λέγανε, το χασίσι είχε δέκα μέρες η οκά. Ενώ τώρα έχει φτά- σει πέντε χρόνια το δράμι...».

Αυτά λέει ο Ακης Πάνου σε συνέντευξη του στον Λευτέρη Παπαδόπουλο πριν είκοσι πέντε χρόνια (Λ. Παπαδόπουλος, «Εν αρχή ην ο Καζαντζίδης», Καστανιώ- της, Αθήνα, 2007). Σε λίγες γραμμές παραστατικού λαϊκού λόγου συμπυκνώνονται έννοιες όπως η υποκουλτούρα, η παρέκκλιση, ο κοινωνικός έλεγχος, η εγκληματοποίηση. Θα επανέλθουμε σ’ αυτές αναλυτικά, καθώς έχουν άμεση σχέση με το υπό πραγ- μάτευση θέμα.

Ψυχοενεργές ουσίες και ανθρώπινες κοινότητες

Είναι γνωστό ότι η γνώση και η χρήση ψυχοενεργών ουσιών για ιατρικούς , ευ- φορικούς ή θρησκευτικούς σκοπούς, ανάγονται στην προϊστορία του ανθρώπι- νου είδους. Σήμερα υποδηλώνονται με τον όρο «ναρκωτικά» για τις παράνομες ουσίες φυσικής ή χημικής προέλευσης που είναι δυνατόν να προκαλέσουν μετα- βολή της σωματικής, πνευματικής ή συναισθηματικής κατάστασης του ατόμου που τις χρησιμοποιεί. «Κατάχρηση ναρκωτικών» σημαίνει τη χρήση ναρκωτικής ουσίας για σκοπό μη ιατρικό, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την μεταβολή της συ- μπεριφοράς. Υπάρχουν όμως και ναρκωτικές ουσίες, η χρήση των οποίων είναι κοινωνικά αποδεκτή, χωρίς να προκαλεί την αντίδραση του επίσημου συστήμα- τος κοινωνικού ελέγχου υπό την μορφή της καταστολής. Υπολογίζεται ότι στη Βρετανία για κάθε μία λίρα που ξοδεύεται σε τροφή αντιστοιχούν 64 πένες για την κατανάλωση αλκοόλ και καπνού. Πέραν της κατανάλωσης τεράστιων ποσο- τήτων καφείνης υπό την μορφή καφέ ή τσαγιού. Πράγματι, σε όλες τις πόλεις κάθε χώρας υπάρχουν σε κάθε γωνιά σημεία πώλησης αυτών των «ναρκωτι- κών» (καπνοπωλεία, μπαρ, καφετέριες κλπ). Εξήντα εκατομμύρια λίρες δαπανά κάθε χρόνο το βρετανικό Εθνικό Σύστημα Υγείας για ηρεμιστικά, διεγερτικά και αντικαταθλιπτικά.

Η κοινωνική αντίδραση στη χρήση ναρκωτικών ποικίλλει κατά τόπο και χρόνο. Το όπιο που σήμερα καταδικάζεται ως καταστροφικό σκληρό ναρκωτικό, κατα-

32

ναλωνόταν νόμιμα τον 18ο και 19ο αιώνα ως ουσία χρήσιμη για την αποτελεσμα- τική θεραπεία πολλών ασθενειών. Η ποινή για το κάπνισμα τον 17ο αιώνα ήταν ο θάνατος στην Τουρκία και στη Κίνα, και το κόψιμο της μύτης στη Ρωσία.

Τα ναρκωτικά διακρίνονται σε τρεις βασικές κατηγορίες: • Στα διεγερτικά ναρκωτικά, όπως η κοκαΐνη, οι αμφεταμίνες, η καφείνη, η

νικοτίνη, τα οποία διεγείρουν τις δραστηριότητες του κεντρικού νευρικού

συστήματος. • Στα κατευναστικά ναρκωτικά όπως η ηρωίνη, η μορφίνη, το PCP (Αγγελό-

σκονη), που χαλαρώνουν τους μύες, μειώνουν το άγχος, κατευνάζουν τον

πόνο, επιφέρουν ευφορία ή υπνηλία. • Στα παραισθησιογόνα, όπως το LSD και το MDMA (Έκσταση), που μπορούν

να επιφέρουν διαταραχές στο νευρικό σύστημα, αλλοιώνοντας την αντίλη-

ψη του χρήστη για την πραγματικότητα. • Η μαριχουάνα (και το χασίς) κατατάσσεται δύσκολα, καθώς μπορεί να επη-

ρεάσει τον χρήστη με όλους αυτούς τους τρόπους.

Ίσως γι’ αυτό, κατά την αρχαιότητα, η κάνναβις θεωρείτο ιερό φυτό, όπως στην Ινδία. Αναφέ- ρεται σχετικά στην αρχαία ινδική λογοτεχνία:

«Το bhang (μαριχουάνα) δίνει τη χαρά, σε μεταφέ- ρει στον ουρανό, είναι ο ουράνιος οδηγητής, είναι ο παράδεισος του φτωχού, είναι ο θεραπευτής της θλίψης... Με τη βοήθεια του bhang, οι ασκητές μπο- ρούν να αντέξουν μέρες χωρίς τροφή και νερό. Η δύναμη του bhang βοηθάει μία οικογένεια Ινδών

να ξεπεράσει τη δυστυχία των λιμών» (Thomas Szasz, “Ceremonial Chemistry”, Anchor, NY, 1974).

Φαίνεται ότι η χρήση ψυχοτρόπων, ενταγμέ- νη στην καθημερινή ζωή, τις τελετουργίες –μυητικές και μη– και τη θεραπεία, με ένα σύστημα κωδίκων και κανόνων, συνέβαλε στη συνοχή της ομάδας, διατηρούσε τις κοινές αξίες και συμβόλιζε ή και σταθεροποιούσε την κοινω- νική ιεραρχία. Η κατανάλωση χασίς και κρασιού από διαφορετικές τάξεις, καταγράφεται σε ένα αραβικό ποίημα του 16ου αιώνα, που υποδη- λώνει ότι: «Το κρασί είναι ποτό των πλούσιων και δυνατών, των Σεΐχηδων, ενώ το χασίς είναι φίλος των φτωχών, των Δερβίσηδων και των “αν- θρώπων της γνώσης” ή εκείνων “που δεν έχουν ευλο- γηθεί με πλούτη και κοινωνική δύναμη”» (Δ. Γκέφου

33

Ινδική κάνναβη (Διοσκουρίδης)

– Μαδιανού, Οικογένεια και χρήση χασίς σε μία κοινότητα της Αθήνας, Αθήνα, 1985).

Το χασίς και ο κοινωνικός έλεγχος στην Ελλάδα. Εγκληματοποίηση

Η χρήση χασίς στην Ελλάδα αποτελούσε στις αρχές του 20ου αιώνα μία συνή- θη πρακτική υποπολιτισμικών ομάδων στα αστικά κέντρα. Τα μεγάλα λιμάνια της Ερμούπολης και του Πειραιά συγκέντρωναν πολλούς τέτοιους ανθρώπους. Ακολούθησε η Αθήνα με την έντονη αστικοποίηση. Στις φυλακές η χρήση ήταν ο κανόνας. Η χασισοποτεία αποτελούσε μέρος ενός κώδικα αξιών και συμπερι- φοράς, που εκφράστηκε αυθεντικά και δημιουργικά από το ρεμπέτικο τραγού- δι. Στο ρεμπέτικο, η χρήση χασίς αποτελεί τη διαβατήρια τελετή για την ένταξη σ’ ένα χώρο που αρνιόταν τις υποκριτικές αξίες της διογκούμενης αστικής τάξης, και συνδετικό στοιχείο νέων συλλογικοτήτων.

Ο Μ. Βαμβακάρης περιγράφει την πρώτη του εμπειρία ως εξής:

«Για πρώτη φορά είχα πολύ ζαλιστεί, βούρκωσαν τα μάτια μου, αρχίνισα τον εμετό, έβηχα πάρα πολύ κι ένιωσα σα να γύριζε ο κόσμος σβούρα...Αφού πε- ράσανε δυό τρεις ώρες, τότες συνήλθα. Τι μ’ έκανε και ξαναπήγα και δεν στα- μάτησα; Το ντερβισιλίκι μου. Το ντερβισιλίκι πάει να πει πως ήμουνα μάγκας, φιλότιμος, δεν πείραζα κανένανε, με σεβόντουσαν, τους σεβόμουνα, μ’ αγα- πάγανε, τους αγάπαγα, σ ́ ότι έλεγε ο ένας επικροτάγανε όλοι. Ήμαστε μάγκες, μάγκες ιππότες...» (Α. Βέλλου-Κάιλ, «Μάρκος Βαμβακάρης. Αυτοβιογραφία», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1978).

Ο χρήστης ουσιαστικά εκπαιδεύεται, «μαθαίνει» την απόλαυση της ουσίας από τους λοιπούς κοινωνούς της υποπολιτισμικής ομάδας. Το ίδιο άλλωστε δεν συμ- βαίνει με τη νικοτίνη –υπό άλλους όρους, συνθήκες, προσλήψεις και αξίες– στις εφηβικές παρέες; (H. Becker, “Outsiders. Studies in the Sociology of Deviance”, Free Press, New York, 1963).

Η χασισοποτεία συντελούσε στην οργάνωση των σχέσεων στο εσωτερικό της ομάδας και την απόδειξη μίας αντισυμβατικής στάσης και αντίληψης ζωής που προσέδιδε κύρος και γόητρο. Η άφιξη των προσφύγων της Μ. Ασίας, όπου η συνήθεια ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη, καθώς και οι άθλιες συνθήκες εγκατά- στασης και διαβίωσης, προκάλεσαν «ηθικό πανικό» στα αστικά στρώματα. Η χρήση χασίς συνδέεται με την παραβατικότητα και το έγκλημα, ο χασισοπότης παρίσταται ως ανήθικος και επικίνδυνος. Το ρεμπέτικο τραγούδι περιγράφεται ως αισχρό, επικίνδυνο και πρωτόγονο.

Οι δυνάμεις της τάξης καλούνται να εκκαθαρίσουν την απειλή. Όπως αναφέρε- ται εύστοχα:

« Στις εκκλήσεις του Τύπου προς την Αστυνομία υιοθετείται η οικεία μεταφορά της καθαρότητας, η οποία χαρακτηρίζει την ρητορική των ναρκωτικών καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Η αποκατάσταση της τάξης εμφανίζεται ως προσπάθεια να «καθαριστεί» το κοινωνικό σώμα από τους «ξένους», απ’ όσους έρχονται από άλλες πατρίδες και «πολιτισμούς» και προκαλούν με τις συνή

34

θειες τους τα οικεία ήθη...Στο πλαίσιο του ηθικού υποδείγματος της χρήσης ναρκωτικών αποτυπώνεται η επιλεκτική σύνδεση της χρήσης , ως μίας πρωτό- γονης και απολίτιστης συμπεριφοράς, με μία ομάδα ατόμων που κατάγονται από την άγρια Ασία και την καθυστερημένη και λάγνα Ανατολή...Η συγκρά- τηση των συναισθημάτων, ο έλεγχος του πάθους, η πειθαρχία του εαυτού, ο εκπολιτισμός του σώματος- χαρακτηριστικά στοιχεία της αυτοσυνειδησίας των νέων αστικών στρωμάτων- αντιπαρατάσσονται τώρα στον πολιτισμό των φτω- χών και παρανόμων της πόλης και προσδιορίζουν τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις» (Ε.Ανδριάκαινα, «Παίζοντας με τα Όρια», Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2005).

Η ένταση της ποινικής καταστολής κρίνεται αναγκαία για την προστασία της κοινωνικής υγείας έναντι μίας επικίνδυνης παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς, που απειλεί πάνω απ’ όλα τη νεολαία. Λέει πάλι ο Μ. Βαμβακάρης:

«Τους ντεκέδες τότες που τους πρόκανα εγώ, όταν πηγαίνανε και τους έδενε η αστυνομία και τους έπαιρνε, η μεγαλύτερη ποινή που τους δικάζανε δύο μέρες, τρεις μέρες φυλακή. Τις οποίες τις πληρώνανε και βγαίνανε. Κατόπιν το 36-37- 38...τότες έγινε η μεγάλη δουλιά. Τότες όταν σε πιάνανε ήπρεπε να βρούνε την πηγή...Και δέρνουνε τον κόσμο, και ́τονε βάζουνε και χρόνια έ, δύο χρό- νια, τρία χρόνια, έξι χρόνια, οχτώ μήνες, δέκα μήνες...»

Κατά συνέπεια, η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά δεν καθορίζεται από κάποιες εγγενείς ιδιότητες της συγκεκριμένης συμπεριφοράς, από την «παραβατική φύση» της συμπεριφοράς, αλλά γίνεται κοινωνικά αντιληπτή ως «παρεκκλίνου- σα», μόνο μετά τον χαρακτηρισμό της ως τέτοια από αυτούς που έχουν την ισχύ να προβούν και να επιβάλλουν τον χαρακτηρισμό, να επικολλήσουν την ετικέτα στην πράξη και τον φορέα της. Στη συνέχεια, ο φορέας της παρέκκλισης που υφίσταται τις κυρώσεις του συστήματος κοινωνικού ελέγχου, είναι δυνατόν να εσωτερικεύσει το στίγμα, και να οδηγηθεί στη λεγόμενη «δευτερογενή παρέκ- κλιση», αποδεχόμενος τη νέα του ταυτότητα ως άτομο παρεκκλίνον. Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται ένας φαύλος κύκλος εντονότερης καταστολής και μεγαλύτερης παραβατικότητας.

Ένας από τους γνωστότερους θεωρητικούς αυτού του μοντέλου, ο Ε. Lemert, περιγράφει ως εξής αυτή τη διαδικασία:

«Η ακολουθία των φάσεων της διαντίδρασης που οδηγούν στη δευτερογενή παρέκκλιση είναι κατά προσέγγιση η εξής: • η πρωτογενής παρέκκλιση • οι κοινωνικές τιμωρίες • η συμπληρωματική πρωτογενής παρέκκλιση • οι ισχυρό- τερες τιμωρίες και απορρίψεις • η περαιτέρω παρέκκλιση, ίσως με εχθρότητες και μνησικακία που αρχίζουν να επικεντρώνονται σ’ αυτούς που εφαρμόζουν τις τιμωρίες • η κρίση η οποία φτάνει στα όρια της ανοχής και εκφράζεται με επίσημη δράση από την κοινότητα, η οποία στιγματίζει το παρεκκλίνον άτομο • η ενδυνάμωση της παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς ως αντίδραση στο

35

canavaccio

canavaccio

Πότες, αστυνόμοι και τα σέα

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘30 η παγκόσμια οικονομική κρίση είχε ανεβάσει στα ύψη την ανεργία και τον πληθωρισμό. Οι συνθήκες διαβίωσης για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν δύ- σκολες και τα κατώτερα αστικά στρώματα των πόλεων, μαζί με τους εργάτες και τους πρόσφυγες, συχνά επιβίωναν χάρη στα δημοτικά συσσίτια. Είναι μια περίοδος που ο τιμάριθμος καλπάζει και τα ευρέα λαϊκά στρώματα ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης. Η αισχροκέρδεια και η νοθεία στα τρόφιμα συμπληρώ- νουν και επιβαρύνουν το αρνητικό κλίμα. Στον αντίποδα, η κοσμική ζωή των ανώτερων τάξεων συνεχιζόταν απρόσκοπτα με χαρτοπαιξία, παιχνίδια στον ιππόδρομο και κοσμικές εκδηλώσεις. Ο νέος τρόπος ζωής θεμελιώνεται πάνω στο μοντέλο του καταναλωτισμού και εισάγονται καινούργια υλικά σύμβολα όπως το ραδιόφωνο και το αυτοκίνητο τα οποία, στο εξής, θα καθορίσουν την κοινωνική ιεραρχία.

Προσφέρεται και καφές

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες ανθεί η χασισοποσία. Καφενεία που πωλούν «κα- ραμέλες, σοκολάτες, ζαχαρωτά και λοιπά», ή άλλα που –όπως αναφέρει κάποια εφημερίδα– αναγράφουν σε ξεχωριστή πινακίδα δίπλα στο τζάμι ότι «προσφέ- ρεται και καφές» αν και στην πρόσοψη υπάρχει τεράστια ταμπέλα που γράφει ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ, ενημερώνουν συνωμοτικά για το διαθέσιμο μαυράκι και βρίσκο- νται σε κάθε γειτονιά. Στο Βοτανικό, στον Υμηττό, στο Μεταξουργείο, στην Καισαριανή, στις παράγκες του Πειραιά δίπλα στους πρόσφυγες, αμέτρητα χαμόσπιτα, μαγαζάκια και καφενεδάκια γεμίζουν το ναργιλέ με χασίσι και τον «πατάνε» για να πιούν οι ενδιαφερόμενοι. Άλλα τόσα μαγαζιά υπάρχουν στο Βόλο, στη Λάρισα, την Πάτρα και την Καλαμάτα. Σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας λειτουργούν 18 τουλάχιστον χασισοποτεία, στο συνοικισμό Νεάπολη της Θεσσαλονίκης γύρω στα 15 και τρία ακόμη βρίσκονται στη συνοικία Χαρι- λάου.

Οι χασικλήδες συλλαμβάνονται, δικάζονται, εξορίζονται ή κρατούνται για λίγο 42

καιρό στη φυλακή προς σωφρονισμό και στη συνέχεια αφήνονται ελεύ- θεροι. Τεκέδες κλείνουν και ξανα- νοίγουν, μέχρι να τους επισκεφτούν ξανά τα λαγωνικά της Αστυνομίας Πόλεων.

Στα χρόνια της φτώχειας και της ανεργίας, ο ναργιλές, το χασίσι κι ο μπαγλαμάς που τραγουδάει την επι- θυμία για το βοτάνι της Προύσας –αυτό που «ακόμη και τον πόνο των αμαρτωλών στον Άδη μπορεί να γιά- νει»– αποτελούν την καθημερινό- τητα μιας αρκετά μεγάλης ομάδας ατόμων. Είναι ακατανόητο για όσους ευημερούν, για τους πολιτικούς, τους ανθρώπους του τύπου και των γραμ- μάτων ή τους λιμοκοντόρους, τους βαρυσήμαντους εν ολίγοις της επο- χής, πώς γίνεται μια ολόκληρη κατη- γορία ανθρώπων να υπερβαίνει την καθημερινή μιζέρια και την αβεβαιότη- τα της επιβίωσής της, ρουφώντας τα ντουμάνια μιας αμφιλεγόμενης δρόγης, ακολουθώντας μια ιεροτελεστία που ενισχύει την αδερφικότητα, την ταύτιση και τον κοινό αναστεναγμό για όσα πληγώνουν. Είναι δύσκολο να καταλάβουν πώς αυτοί οι ταλαίπωροι, οι άνεργοι, οι μεροκαματιάρηδες, οι εργάτες, μαζί με τους αργόσχολους, τους παράνομους και τους νταήδες, βρήκαν μια κοινή ηδονή που τους ενώνει. Δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι όλοι αυτοί έχουν τη δική τους ιερή «μήτρα», που μέσα της ο χρόνος κυλάει αργά και οι αισθήσεις αυτονομούνται. Κι αφού τραβήξουν μια επιπλέον βαρβάτη ορθοπεταλιά, πιά- νουν τα όργανα και αφηγούνται ιστορίες για το χασίσι, που σβήνει τους νταλ- κάδες και φέρνει τη λησμονιά από ένα σεβντά που κεντάει σαν το φίδι.

ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ, ΦΗΓΙΝ ΑΔΗΝΑΤΟ...

Τα ρεμπέτικα τραγούδια των τεκέδων, τα ονομαζόμενα και χασικλίδικα, χρό- νια μετά τη γαλλική «Λέσχη των Χασισιστών»1 που η τέχνη τους –βγαλμένη από εσωτερικές αβύσσους– προσπαθούσε να συλλέξει το άναρχο «όνειρο»

1. Στις αρχές της δεκαετίας του 1840 στο ξενοδοχείο Pimodan του Παρισιού, o επιφανής γιατρός φρενολό- γος Ιάκωβος Ιωσήφ Μορώ (γνωστός και ως Moreau de Tours),αρχίζει τη διεξαγωγή οργανωμένων συναντή- σεων χασισοφαγίας προσκαλώντας τη λογοτεχνική και διανοητική ελίτ του Παρισιού μεταξύ των οποίων ήταν οι: Θεόφιλος Γκωτιέ, Κάρολος Μπωντλέρ, Gerard de Nerval, Εζέν Ντελακρουά, ο Μπαλζάκ και ο Αλέξανδρος Δουμάς. Ο Μορώ γνώρισε το χασίς στα τέλη της δεκαετίας του 1830 όταν, ως συνοδός ενός ασθενούς, επισκέ- φτηκε την Αίγυπτο, τη Συρία κι άλλες περιοχές που χρησιμοποιούσαν ήδη την κάνναβη την οποία έφερε στο Παρίσι δοκιμάζοντας αρχικά τις αγχολυτικές και αντικαταθλιπτικές της ιδιότητες σε ασθενείς του νοσοκομείου που εργαζόταν. Διαπίστωσε ότι με μεγαλύτερες δόσεις μπορούσε να πετύχει την πρόκληση ονείρων, ίδιων μ’ αυτά που έβλεπαν οι Άγγλοι λογοτέχνες του 19ου αιώνα κάνοντας χρήση οπίου (το «Εξομολογήσεις ενός

43

της τετραϋδροκανναβινόλης, έρχονται σε παρόμοιες συνθήκες μέθης να αφη- γηθούν λιτά και αφτιασίδωτα αυτό που τους τρώει.

Οι δικοί μας «ποιητές των καταγωγίων» δεν εμβαθύνανε ούτε αναλύανε τις κα- ταστάσεις με τον τρόπο που το έκαναν ο Μπωντλέρ ή ο Θεόφιλος Γκωτιέ στο Παρίσι της δεκαετίας του 1840. Στα χαμόσπιτα που γεννιούνται οι εμπνεύσεις του μπαγλαμά, δεν υπάρχουνε πιάτα από σμάλτο ή πορσελάνη, ούτε μεγάλα βενετσιάνικα κύπελλα και οι αίθουσες δεν έχουν σκαλιστά επιχρυσωμένα φατ- νώματα, μπερζέρες ή τζάκια μαρμάρινα. Το ελληνικό παράπονο εκφράζει ό,τι βλέπει και βιώνει, αβίαστα. Με λίγες άμεσες κουβέντες, στολισμένες απ’ τη μο- νότονη παρουσία του μικροσκοπικού μπαγλαμά, φτιάχνουν τραγούδια για το ναργιλέ που αποκτά πλέον υπόσταση συντρόφου, παινεύουνε το καλό χασίσι και περιγράφουνε λεπτομερώς τα παθήματα και τις αναποδιές του βίου τους:

Ένα βραδάκι βρε παιδιά μας στήσανε καρτέρι Και μας περικυκλώσανε μέσα στου μαουνιέρη. Κάποιος μπαμπέσης ο άτιμος, μαρτύρησε το χάνι Ήρθαν και μας μπλοκάρανε δώδεκα πολιτσμάνοι

Τα κλομπς βαρούσαν δώδεκα κι εμείς μαστουρωμένοι Τρεις κάμες ξεβρακώσαμε, μα βγήκαμε χαμένοι Φάγαμε ξύλο, βρε άθεο, μον’ πώς δεν μας σκοτώσαν Και όλους από τέσσερα χρονάκια μας φορτώσαν.

Σε δυο στροφές όλες κι όλες, μαθαίνουμε ποιος τους την έπεσε, ότι κάποιος κάρφωσε τον τεκέ, δέχθηκαν επίθεση, ξεβράκωσαν τρεις κάμες κι έφαγαν τέσσερα χρόνια, λόγω μαστούρας. Αυτή η τραγική κατάσταση μεταμορφώνε- ται σε έναν ξερό νταλκά, κεντημένο με τα όργανα που έφεραν οι πρόσφυγες απ’ την Ανατολή, την οποία η α φαν γκατέ των Αθηνών θέλει να ξεχάσει. Οι δαρμένοι μετά την αποφυλάκιση τραγουδάνε με την ομήγυρη στον τεκέ την

Άγγλου Οπιοφάγου» που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1821 στο London Magazine και ανατυπώθηκε σε βιβλίο φέ- ροντας την υπογραφή του Thomas de Quincey, ήταν το έργο που οδήγησε τον Μπωντλέρ να πειραματιστεί πάνω στο όπιο). Τα όνειρα που προκαλούσε η κάνναβη ήταν το πρωτογενές υλικό της δημιουργικής δραστη- ριότητας των «συνδαιτημόνων» και σε σχέση με το καταστροφικό όπιο –που ως τότε χρησιμοποιούνταν ευ- ρέως στους λογοτεχνικούς κύκλους σαν μέσο υποβοήθησης της δημιουργικότητας– ήταν λιγότερο τοξική και δεν προκαλούσε ψυχικές διαταραχές σε φαινομενικά υγιή άτομα. Οι εκπρόσωποι της παρισινής πνευματικής ζωής, μακριά από έγνοιες και καθήκοντα, αποφασίζουν να μπουν και να καθίσουν άνετα στα ήσυχα και κομψά δωμάτια του Hotel de Pimodan με θέα τον Σηκουάνα, για να μυηθούν στο χασίς απολαμβάνοντας τις άλογες παρεκτροπές του. Ο Μορώ βρίσκεται εκεί ως τολμηρός και αποφασισμένος χασισοφάγος, που ορίζει τη δο- σολογία του χασίς για τους παρευρισκόμενους, παραδιδόμενος κι αυτός στις εκστατικές δονήσεις της ψυχής. Είναι παρών ως παρατηρητής των άλλων και του εαυτού του, μέσα στις αμαρτωλές συναντήσεις του Hotel de Pimodan, παίζοντας κατά ένα τρόπο το ρόλο του συμβούλου των παρευρισκομένων. Δοκίμαζε πάντα πρώτος το χασίς και το μοίραζε στη συντροφιά με τρόπο τελετουργικό, με ένα κουτάλι από ένα κρυστάλλινο βάζο. Στην πραγματικότητα, τα μέλη της Λέσχης συναντιόντουσαν εκεί κάθε μήνα και έκαναν χρήση ενός μείγματος βουτύρου και χασίς ανακατεμένου με όπιο. Όλοι αυτοί επανδρώνουν το ηδονικό αλλά και θνησιγενές δημι- ούργημα που γέννησε έργα σαν το «Le Club des Hashischins» (1846) του Θεόφιλου Γκωτιέ ή τους «Τεχνητούς Παράδεισους» (1860) του Μπωντλέρ. Στο τελευταίο ο Μπωντλέρ υποστηρίζει πως το χασίς αν και βοηθά στην εκδήλωση της δημιουργικής φαντασίας, δεν θεραπεύει την πνευματική στειρότητα. Υπήρξε τελικά διχασμέ- νος ανάμεσα στο κυνήγι των ηδονών του χασίς και του οπίου και της ιδέας ότι οι ορθολογιστές και οι πνευμα- τικοί άνθρωποι δεν χρειάζονται τεχνητά μέσα για να εμπνευστούν και να δημιουργήσουν.

44

περιπέτειά τους, ξανα- φουμάροντας έναν κα- λοπατημένο ναργιλέ.

Ο μπαγλαμάς

Το 1934 οι αναγνώστες του «Θάρρους» στον Πει- ραιά, πληροφορούνται για τον μπαγλαμά, αυτό το άγνωστο όργανο το οποίο ελάχιστοι γνωρί- ζουν αφού σπάνια ακού- γεται σε οικογενειακές διασκεδάσεις και σχεδόν ποτέ σε κοσμικές συγκε- ντρώσεις. «Τα τραγούδια του μπαγλαμά δημιουργούνται ως επί το πλείστον στις φυλακές και στους τεκέδες από λωποδύτας και χασισοπότας και γι’ αυτό ο πολύς κόσμος τα αγνοεί» γράφει ο συντάκτης Φ. Γ. Σημειώνει δε ότι πολλές εκατοντάδες λαϊκών δίστιχων, αληθινών αριστουργημάτων, εμπνεύσθηκαν από τους ήχους του μπαγλαμά. Ο αρθρογράφος δεν παίρνει θέση απέναντι στον τρόπο ζωής των δημιουργών, κάνει όμως μια απόπειρα να μεταφέρει στους αμύητους αναγνώστες το μουσικό ύφος αυτών των άγνωστων ακου- σμάτων.

«Τα τραγούδια του μπαγλαμά, από απόψεως μέτρου παρουσιάζουν αυτήν την ιδιορρυθμίαν. Είνε τα πλείστα οκτασύλλαβα, δίστιχα ή τετράστιχα, ενώ τα δημοτικά μας τραγούδια είνε συνήθως δεκαπεντασύλλαβα. Αλλά και οι σκοποί των –έχουν δυο τρεις σκοπούς ξεχωριστούς– είνε γοργότεροι από τους σκοπούς των περισσοτέρων των δημοτικών μας τραγουδιών. Τα θέματα επίσης των τραγουδιών του μπαγλαμά περιγράφουν τα πράγματα που αφο- ρούν την ζωήν της παλληκαριάς, της φυλακής, των χασισοποτείων και άλλων καταγωγίων και την πάλην μεταξύ λωποδυτών και χωροφυλάκων».

Ο συντάκτης εξηγεί ότι λόγω της ατμόσφαιρας στην οποία εμπνεύστηκαν τα συγκεκριμένα τραγούδια, δεν μπορούν να αναφέρονται παρά μόνο σε τέτοια θέματα. Και κλείνει δημοσιεύοντας για το κοινό ένα καθ’ αυτό τραγούδι της φυλακής: «Σήκω το γελεκάκι μου να ιδής τη μαχαιριά μου / για σένα μου τη δώσανε βαθειά μες στην καρδιά μου!»

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι θαμώνες των τεκέδων, οι οπαδοί της ηδονιστικής δρόγης, δεν είναι μόνο εγκληματίες και αργόσχολοι ηδονιστές, όπως θέλει να τους παρουσιάζει η αστυνομία και οι εφημερίδες της εποχής. Από τα στοιχεία που υπάρχουν, το μόνο έγκλημα που οι περισσότεροι φαίνεται να διέπραξαν είναι ότι κάπνιζαν το απαγορευμένο πλέον και με νόμο φυτό, το οποίο επι-

45

φέρει την ποθητή γαλήνη απομακρύνοντας τις μαύρες ιδέες που γεννάει η φτώχεια.

Συλλήψεις χασισοποτών και τοξικομανών στη δεκαετία του 1930

Η πλειοψηφία των συλληφθέντων για χασισοποσία το έτος 1930, όπως φαί- νεται από τον πίνακα «Παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών φαρμάκων των συλληφθέντων τοξικομανών–χασισοποτών» (πιν. 1 και 2, σελ. 35), είναι άνεργοι1. Ειδικότερα, σε σύνολο 685 ατόμων που συνελήφθησαν από την Γε- νική Ασφάλεια Αθηνών το 1930 για χρήση κοκαΐνης, ηρωίνης ή κάνναβης, οι 468 καταγράφονται ως άνεργοι. Από αυτούς, οι 31 έκαναν χρήση κοκαΐνης και ηρωίνης, ενώ 437 πιάστηκαν να καπνίζουνε χασίς σε τεκέδες. Από τον πίνακα, φαίνεται ότι η αμέσως επόμενη σε πληθυσμό ομάδα συλληφθέντων είναι οι καφεπώλες: σύνολο 43, καθώς και 23 υπάλληλοι καφενείου. Οι 33 από τους συλληφθέντες ήταν βιοτέχνες, 27 εργάτες, 16 εφημεριδοπώλες και οι υπόλοι- ποι φαρμακέμποροι, παλαιοπώλες, οδηγοί αυτοκινήτων και δύο στρατιωτικοί. Οι καφεπώλες, δηλαδή οι τεκετζήδες, είναι πρώτοι στη λίστα των συλληφθέ- ντων για τοξικομανία (κοκαΐνη, ηρωίνη). Τριανταπέντε από αυτούς πιάστηκαν για ναρκωτικά (κοκαΐνη, ηρωίνη) και μόλις 8 να καπνίζουνε χασίς εντός του καταστήματος.

Αυτά τα στοιχεία αποτυπώνουν μια σχετική μόνο εικόνα της εποχής και των πρωταγωνιστών της, αφού σ’ αυτούς δεν καταγράφονται φυσικά όσοι χρή- στες απέφυγαν την τσιμπίδα του νόμου. Και είναι γεγονός ότι η υψηλή κοι- νωνία της εποχής δοκίμαζε τις απολαύσεις του χασίς αλλά και της κοκαΐνης, στην ασφάλεια και τη μυστικότητα του σαλονιού της. Είναι χαρακτηριστική άλλωστε η αναφορά της εφημερίδας «Ακρόπολις», ήδη από το 1915, για όργια σε σπίτια περί την πλατεία Κάνιγγος, στα οποία συμμετείχαν γιοι τραπεζικών και φοιτητές, επιδιδόμενοι σε αιθεροποσίαν και κοκαϊνοποσίαν «ανάμεσα σε γύναια της νυκτερινής και της υπογείου ζωής των καφέ σαντάν, διαρκούσαν ολοκλήρους οργιώδεις νύκτας».

Σημειώστε ότι στους αριθμούς των συλληφθέντων δεν συμπεριλαμβάνονται οι απλώς χρησιμοποιούντες ναρκωτικά που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του τότε ισχύοντος νόμου «περί επαιτείας και αλητείας» (βλ. Canavaccio, «Η ποινι- κοποίηση της ινδικής κάνναβης», σελ. 25).

Στην αναφορά της αστυνομίας που συνοδεύει τον αναλυτικό πίνακα των συλ- ληφθέντων μαθαίνουμε ότι «η απλή χρήσις ναρκωτικών, πλην του χασίς δεν εθεωρείται αυτή καθ’ εαυτήν ως κολάσιμο αδίκημα υπό του τότε ισχύοντος Νό- μου “περί μονοπωλείου ναρκωτικών φαρμάκων” και συνεπώς η Αστυνομία δεν

1. «Για το αυξημένο ποσοστό ανέργων και ανειδίκευτων εργατών στο σύνολο των χρηστών κάνναβης, υπεύθυνες πρέπει να είναι οι συχνές φυλακίσεις, ο στιγματισμός του καπνιστή και τα δευτερογενή αποτελέσματα της εχθρικής απέναντί τους τοποθέτησης της κοινωνίας, έτσι όπως εκφράζεται από την άνιση και ασυνεπή εφαρμογή των νόμων» (Dornbush R. –Fink M. –Stefanis C., Chronic Hashish Use in Man, Summary Report, 1974).

46

Πίνακας 1.

Συγκεντρωτικός πίνακας των συλληφθέντων ανδρών και γυναικών, κατά το έτος 1930, με ηλικίες και είδος παραβάσεων (του Ν. περί ναρκωτικών φαρμάκων, καπνίζοντες χασίς εις κέντρα και επί αλητεία). Άνδρες 685, έναντι 10 γυναικών.

Πίνακας 2.

Παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών φαρμάκων των (ανδρών) συλληφθέντων κατά το 1930, τοξικομανών και χασισοποτών (κατά ηλικία, επάγγελμα, καταγωγή). Στην πρώτη κάθετη στήλη ο αριθμός των τοξικομανών (κοκαΐνη, ηρωίνη, μορφίνη). Στη δεύτερη, οι χασισοπότες που συνελήφθησαν να καπνίζουν κατά μόνας. Η τρίτη στήλη περιλαμβάνει τους καπνίζοντες εντός κέντρων στα οποία «κατά σύστημα παρείχοντο τα μέσα προς χασισοποσία»

47

Αρχείο Αρ. Κουτσουμάρη, Ε.Λ.Ι.Α.

είχε το δικαίωμα της συλλήψεως των απλώς τοξικομανών».

Η ίδια αναφορά, για τους τοξικομανείς, καταγράφει ορισμένα συμπεράσματα ως προς την έξη τους και τον τρόπο που την απέκτησαν:

«Ως προκύπτει, μόνον 1,15% εκ του συνόλου των κατά το έτος 1930 συλλη- φθέντων είχον σωματικήν αναπηρίαν και πιθανόν ν’ απέκτησαν την έξιν κατά την διάρκειαν της θεραπείας των τραυμάτων των. Δια το 98,8% τούτων δεν δύναται να υποστηριχθή το τοιούτον, διότι και η σύφιλις, υφ’ ης έχουσι προ- σβληθή το 7,5% και η φυματίωσις, εξ ης πάσχουσι τα 4,9% του συνόλου, δεν συνοδεύονται υπό πόνων, οίτινες να έχωσιν ανάγκην καταπραϋντικών.

Το πιθανώτερον επομένως είναι, ότι το μέγα ποσοστό των τοξικομανών απέ- κτησε την έξιν της χρήσεως ναρκωτικών, διότι παρεσύρθη εις τον αλητικόν βίον και υπό την επίδρασιν του παραδείγματος άλλων αλητών ειθισμένων εις την χρήση ναρκωτικών, ή διότι ηθέλησεν εκ περιεργείας ή εκ μιμήσεως

να δοκιμάση τι αισθάνονται οι τοξικομανείς και εκυριεύθη υπό του πάθους.

Ούτως εκ των 695 συλληφθέντων του έτους 1930: Οι 31 ειθίσθησαν εις την χρήσιν ναρκωτικών συνεπεία μιμήσεως. Οι 484 διότι παρεσύρθησαν εις τον αλητικόν βίον εκ φυγοπονίας. Οι 106 διότι παρεσύρθησαν εις τον αλητικόν βίον λόγω ροπής από χαρακτή- ρος. Οι 11 διότι παρεσύρθησαν εξ ενδείας και οι 63 με την πρόθεσιν του κέρδους ησχολούντο εις την πώλησιν ναρκωτικών και ειθίσθησαν και οι ίδιοι εις την χρήσιν των».

Οι αστυνομικές αρχές ανησυχούν επίσης για την αύξηση της εγκληματικότητας και τη συσχετίζουν με τους τοξικομανείς και τους χασισοπότες. Αυτή η αύξηση, λένε, είναι απότοκος της ειδικής ψυχικής καταστάσεως υπό την οποίαν διατε- λούν οι τοξικομανείς και χάρις εις την οποίαν χαλαρούται η ψυχική αντίστασις εις τας παρορμητικάς προς διάπραξιν εγκλήματος πράξεις. Έτσι, οι χασισοπό- τες υπό την επήρεια του χασίς εκτρέπονται σε επιθέσεις, τραυματισμούς και ληστείες, ενώ οι άλλοι τοξικομανείς (ηρωινομανείς κλπ.) προσβάλλουν ως επί το πλείστον την ξένη περιουσία.

Η μέθοδος που εφαρμοζόταν τότε για την αποτοξίνωση των εθισμένων ήταν η «εν ειδικοίς απομονωτηρίοις δια της βαθμιαίας αποχής εκ της χρήσεως των

Φωτογραφία εξ ειδικής κινηματογραφικής ταινίας λη- φθείσης υπό του Τμήματος Γενικής Ασφαλείας Αθηνών: Τοξικομανείς επί τω έργω, Αθήνα δεκαετία του 1930.

48

προκαλεσάντων την τοξικομανίαν ταύτην ναρκωτικών».

Την ίδια περίοδο γίνεται λόγος και για τα αποκαλούμενα «αντιοπικά καταπό- τια» (pilules antiopium), τα οποία χρησιμοποιούσαν ευρύτατα στη Μέση Ανα- τολή και διαφημίζονταν ως αβλαβή, υποσχόμενα ότι επιφέρουν γρήγορα την ίαση. Όμως, η χημική τους ανάλυση έδειξε ότι αυτά «πλην της καφεΐνης, κινί- νης ή της στρυχνίνης περιέχουσι ποσότητας ποικίλλας ηρωίνης (διακετυλομορ- φίνης)»!

Το συμπέρασμα είναι ότι: «το πρόβλημα της τοξικομανίας θα λυθεί αφ’ εαυτού δια της κοινής και ειλικρινούς συμφωνίας όλων των Κρατών περί του περιορι- σμού της παραγωγής των ναρκωτικών και της κατανομής αυτών αποκλειστικώς και μόνον δια τας θεραπευτικάς ανάγκας των λαών και της διαχειρίσεως των προς τον σκοπόν τούτον αναγκαιουσών ποσοτήτων μονοπωλιακώς παρά των Κρατών και δια των υπευθύνων κυβερνήσεων».

Οι αντιδράσεις των τοξικομανών κατά το σύνδρομο στέρησης

Ο τοξικομανής μοιάζει σαν ένα παροξυσμικό ερεβώδες αγρίμι στα μάτια της αστυνομίας, η οποία δεν γνωρίζει πώς να διαχειριστεί την κατάσταση. Της λείπουν οι γνώσεις, τα εφόδια και η διάθεση. Οι αστυνομικοί του τμήματος Γενικής Ασφαλείας γίνονται μάρτυρες των αντιδράσεων όσων δεν έχουν λά- βει τη δόση τους. Περιγράφονται με γλαφυρό τρόπο το 1930 σε Έκθεση του αστυνόμου Α. Κουτσουμάρη:

«Το μαρτύριον ενός τοξικομανούς κρατουμένου εις το Τμήμα Γενικής Ασφαλείας, όστις αγωνιά κυριολεκτικώς και κυλίεται επί του δαπέδου οδυρόμενος, διότι δεν του εδίδετο η δόσις μορφίνης, με την οποίαν είχεν εθίσει τον οργανισμόν του...»

49

canavaccio

canavaccio

Στης μαστούρας το σκοπό

«Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα και στη σπηλιά του Δράκου βγήκα Βλέπω τρεις μαστουρωμένοι και στην άμμο ξαπλωμένοι. Ήταν ο Μπάτης και ο Αρτέμης και ο Στράτος ο τεμπέλης Βρε συ Στράτο, βρε συ Στράτο φιάξε αργιλέ αφράτο να φουμάρει το Μπατάκι που είναι χρόνια ντερβισάκι να φουμάρει και ο Αρτέμης που πάει και μας φέρνει Μας φέρνει μαύρο από την Πόλη και μαστούρια είμαστε όλοι τουμπεκί απ’ την Περσία πίνει ο μάγκας με ησυχία»...

Στη δεκαετία του ’30, η σκηνή που περιγράφει ο Γιώργος Μπάτης ήταν καθη- μερινότητα στις σπηλιές και τους λόφους γύρω από τον Πειραιά. Οι μάγκες επέλεγαν τα απόμερα σημεία για να αποφύγουν είτε την κακή εξήγηση του τε- κετζή, είτε το «ξενέρωμα» που έφερναν οι εισβολές των –ανεπιθύμητων στους τεκέδες– οργάνων της τάξης. Για «να πιουν με ησυχία» πάνω στην κουρελού που είχαν κουβαλήσει στη σπηλιά, όπως τραγουδά κι ο Γιάννης Εϊτζιρίδης, πιο γνωστός ως Γιοβάν Τσαούς, στο «Πέντε μάγκες στον Περαία», ένα απ’ τα ωραιότερα τραγούδια που γράφτηκαν με θέμα το χασίς και την κοινωνία των χασικλήδων του Πειραιά.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης στην αυτοβιογραφία του περιγράφει μια εμπειρία του στη σπηλιά του Κουλού, ένα απόκρημνο μέρος στην ακτή της Δραπετσώνας:

«Πήγα με λαχτάρα να φουμάρω μόνος μου. Τότες το χασίσι ήταν πολύ δυνα- τό, τούρκικο από την Προύσα. Μόλις πήρα τον αργιλέ στα χέρια μου να φου- μάρω, τράβηξα δυνατά με το καλάμι. Ένιωσα μια φοβερή ζαλάδα, κοπήκανε όλες μου οι αισθήσεις κι έπεσα χάμω και συλλογιζόμουνα πώς ν ́ ανέβω τώρα το γκρεμό να φύγω; Αρχίνησα με τα τέσσερα να προχωρώ στο έρημο βουνό, ώσπου έφτασα ως πίσω από το νεκροταφείο, την Ανάσταση, περίπου ένα μίλι δρόμο. Εβρέθηκα πάλι σε μια γούβα στην οποία να είναι και κει χασικλήδες να

76

37

Τα πειστήρια του...εγκλήματος, όπως τα συνέλαβε ο φωτογραφικός φακός των αστυνομικών (αρχείο Αρ. Κουτσουμάρη, Ε.Λ.Ι.Α.). «Όταν καπνίζουν οι χασισοπόται παίζεται παρά του μπαγλαματζή ειδική μουσική με μικροσκοπικόν όργανον, τον “μπαγλαμάν”.Οι ελαφροί μονόηχοι τόνοι του οργάνου αυτού, μεταβάλλονται εις εξαίρετον μουσικήν αρμονίαν η οποία τους τέρπει. Ενίοτε μάλιστα τινές συνοδεύουν με αυτοσχέδια άσματα δι ων εξυμνούνται πράξεις ομοίων των ή διατυπώνονται παράπονα δια την τύχην των και την Αστυνομίαν...»

φουμέρνουνε. Ήταν οι πρόσφυγες των Ταμπουριών και δεν ερχόντουσαν μαζί στη σπηλιά όπου πηγαίναμε οι Πειραιώτες. Είχαν δικό τους νταραβέρι...».

Το χασίς δεν ήταν κάτι νέο για τον Πειραιά ούτε φυσικά το έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Την εποχή που αφηγείται ο Μάρκος, η καλ- λιέργεια της κάνναβης είχε ήδη δια νόμου (Ν. 2017 του 1920) απαγορευθεί, οι δε καπνίζοντες χασίς τιμωρούντο με κράτηση ή και πρόστιμο. Η αστυνομία, σύμφωνα με το νόμο αυτό είχε καθήκον «να παρακολουθή αγρύπνως τας κι- νήσεις των χασισοποτών και να κλείη τα καταγώγια ή τα άλλα ενδιαιτήματα εις ά επιδίδονται καθ ́ έξιν εις χασισοποτίαν ούτοι, συλλαμβάνουσα δε τούτους επ ́ αυτοφώρω να τους παραδίδη εις την αρμοδίαν Εισαγγελικήν αρχήν δια την κατά νόμον τιμωρίαν των»!

Ματαίως. Πίναν στη ζούλα, φτωχοί και πλούσιοι, όπως λέει ο Μάρκος, σε δι- άφορους τεκέδες, χασίς διαφορετικής ποιότητας ανάλογα με το πορτοφόλι τους. Όταν τύχαινε να συνυπάρχουν οι τάξεις στον τεκέ, οι φτωχότεροι φρό- ντιζαν να κάθονται κοντά στις θέσεις των πλουσίων καθώς πάντα οι τελευταίοι έπιναν απ ́ το «καλό». Για τους φτωχότερους έμενε ο «φλόμος», τ ́ αποτσίγα- ρα, οι κάφτρες δηλαδή που άφηναν οι πλούσιοι. Πλένανε το τουμπεκί, τα κα- λής ποιότητας, συνήθως περσικά, φύλλα καπνού, των πλουσίων, το βάζαν σε κάτι αυτοσχέδιους αργιλέδες και ξανακάπνιζαν το «φλόμο». Σε μια από τις πα- λιότερες ηχογραφήσεις του ο Μάρκος τραγουδάει: «Όταν πλύνω τουμπεκάκι, θα φουμάρω τσιμπουκάκι». Στην ετικέτα του δίσκου, ο τίτλος του τραγουδιού είναι «Όταν πίνω τουμπεκάκι». Κατά λάθος.

Αλλά, εκτός από τους τεκέδες, υπήρχαν κι οι σπηλιές στις ακτές, οι γούβες και τα βουνά. Κάποτε, ο Μπάτης με τον Στράτο πήγαιναν στα βουνά της Νίκαιας για να πιουν αργιλέ. Τους παρακολουθούσαν δυο χωροφύλακες για να τους πιάσουν επ ́ αυτοφώρω. Ο Μπάτης τους αντελήφθη κι εκεί που κάθισαν να καπνίσουν, βάζει φωτιά σ ́ ένα θυμάρι για ν ́ ανάψει τον αργιλέ και φωνάζει: «Βάρδα, φουρνέλο»! Όπου φύγει – φύγει, οι χωροφύλακες...

Η διάσημη από το τραγούδι του Μπάτη, σπηλιά του Δράκου, στον Κερατόπυρ- γο στο Κερατσίνι που σήμερα είναι σφραγισμένη, ήταν μια από τις προσφιλείς καβάτζες για τους μάγκες αλλά και για τους τέσσερις της «Τετράδος της ξακου- στής του Πειραιώς» που ήσαν δεινοί χασισοπότες. Ο Μπάτης (o, κατά Ζωρζ Πιλαλί, «Ζωρζ Μπατί, χοροδιδάσκαλος και τεκετζής, ουράνιος χασιστής και στη μαστούρα του ευγενής») που διέθετε δικό του τεκέ – χοροδιδασκαλείο στην οδό Αίμου στην Αγιά Σοφιά –σήμερα στη θέση του υψώνεται πολυκατοικία– περηφανευόταν πως στη ζωή του είχε πιει βαπόρια χασίσι. Όπως μαρτυρά ο Μανώλης Δημητριανάκης,1 μαθητής του Μάρκου (και εκ των τριών βασικών, μαζί με τους Γιώργο και Δημήτρη Κοντογιάννη, της «Ρεμπέτικης Κομπανίας»),

1. Συνέντευξη του Μ. Δημητριανάκη στον υπογράφοντα Γ. Χριστοδουλόπουλο, 2008)

78

όταν λίγο πριν τη δικτατορία του 1967 και προς το τέλος της ζωής του Μπάτη, του ζητούσε να παίξει μαζί του μπαγλαμά, εκείνος του έλεγε: «Άμα θέλετε να παίξω, να με παίρνετε λίγες μέρες πριν για να περπατήσω, να κυκλοφορήσει το αίμα μου»!

Όσο για τον Στράτο τον «τεμπέλη»; Η συγκλονιστικότερη φωνή που έβγαλε το ρεμπέτικο τραγούδι, ο μέγας Στράτος Παγιουμτζής, μαγκίτης, αλανιάρης και βαρκάρης του λιμένος Πειραιώς ήταν πολύ περήφανος μαστούρης. Ο τέταρτος, ο μικρότερος της παρέας, ο Ανέστος –ο «Αρτέμης» του τραγου- διού– η «μαύρη γάτα» όπως άλλωστε λέγαν και τον πατέρα του στη Σμύρνη για τη δεινότητά του στο σαντούρι, ήταν φυσικά κι αυτός χασικλής αλλά πιο ντροπαλός καθώς ήταν –σαν κορίτσι όπως λέγαν οι υπόλοιποι στεκόταν πάνω στο πάλκο–δεν το διατυμπάνιζε κιόλας. Διέθετε, όπως όλοι συμφωνούσαν, το γλυκύτερο παίξιμο ανάμεσα στους μπουζουξήδες της εποχής και μιλούσε με τα τραγούδια του: «Όταν μπουκάρω στον τεκέ, τον αργιλέ τσακώνω και μες στα φυλλοκάρδια μου τραβώ, τον ξελιγώνω», ακούγεται στο «Σούρα και μαστού- ρα». Λίγα τραγούδια άφησε ο Ανέστος Δελιάς αλλά ένα κι ένα: «Το σακάκι», «Το χαρέμι στο χαμάμ», «Κουτσαβάκι», «Τον άντρα σου κι εμένα», «Αθηναίι- σα», «Ο πόνος του πρεζάκια»....

«Απ ́ τον καιρό που άρχισα την πρέζα να φουμάρω, ο κόσμος μ ́ απαρνήθηκε δεν ξέρω τι να κάνω.

79

Το καφενείο του Γιώργου Μπάτη «Η οδός Απελπισίας» • Αρχείο Ηλ. Πετρόπουλου

canavaccio

canavaccio

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Μήτσος Παπανικολάου και οι ουσίες

Κάτω στου Μήτσου τον τεκέ κάναν οι μπάτσοι μπλόκο... Ν. Λ.

1

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (Αθήνα, 1888 – 1944) και ο Μήτσος Παπανικολάου (Ύδρα 1900 – Αθήνα 1943) έχουν καταγραφεί στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας ως οι «παρακμίες» (decadents) και «καταραμένοι» (maudits) νεο- ρομαντικοί ποιητές του Μεσοπολέμου. Η γνωριμία τους έγινε γύρω στο 1920 και τη φιλία τους (η οποία δεν ήταν πάντοτε ανέφελη), έχει σκιαγραφήσει θαυ- μάσια ο Τάσος Κόρφης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Αναστάσιου Ρομποτή, Κέρκυρα 1929 – Αθήνα 1994) στη μελέτη του σχετικά με τον πρώτο.1

Το 1928 ο Μήτσος Παπανικολάου αφιερώνει ένα ποίημά του στον ομότεχνο και φίλο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Το ποίημα γράφτηκε σε μιαν από τις πρώτες σελίδες ενός βιβλίου που του χάρισε. Πρόκειται για το ακόλουθο σο- νέτο, γραμμένο στα γαλλικά:

Sonnet

Του πόθου πηγές μια νιότη γυμνή, του δρόμου το θέλγητρο προς τ’ άγνωστο πάντα,

μαδημένα τριαντάφυλλα στης αγάπης το διάβα κι αγάπες βρεγμένες με δάκρυα πάντα.

Ταξιδιώτες καταδιωγμένοι, Ναπολέων, είμαστε τάχα; Ω, άλλο δεν είμαστε μονάχα

άνθρωποι, απλούστατα, που δεν τους μένει

1. Βλ. Τάσος Κόρφης, Ναπολέων Λαπαθιώτης: Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του, εκδόσεις Πρόσπερος, β ́, Αθήνα 1985, σελ. 57-66, απ’ όπου και μεταφέρω μεταφρασμένο το σονέτο από τον Γ.Ι. Φουσάρα που το ανακάλυψε, όσον αφορά τις δύο πρώτες στροφές, και από τον Κώστα Στεργιόπουλο, όσον αφορά τις δυο τελευταίες.

88

παρά ύστατη προσπάθεια, εδώ κάτου, του έρωτα η επιδίωξη ή του θανάτου.

Η ποίηση και η ομοφυλοφιλία των δύο ποιητών δεν είναι τα μόνα στοιχεία που τους συνδέουν. Πέρα από την κοινή θεώρηση που είχαν για τη ζωή και την τέχνη (έστω κι αν ο Παπανι- κολάου διαφοροποιήθηκε τα τελευ- ταία χρόνια της ζωής του, γράφο- ντας μερικά ποιήματα σε ελεύθερο στίχο και επαινετικές κριτικές για συλλογές ποιημάτων μοντέρνας τεχνοτροπίας, εξοργίζοντας τον Λα- παθιώτη· όχι μόνο γι’ αυτό, αλλά κι επειδή στην κριτική που έγραψε για τη μοναδική συλλογή ποιημάτων, μια πρώ- τη επιλογή που εξέδωσε ο ποιητής το 1939, πενήντα ποιήματα όλα κι όλα, άφησε να δια- φανούν αμφιβολίες για την αξία του έργου του) ένα τρίτο κοινό στοιχείο μεταξύ τους είναι η χρήση ναρκωτικών ουσιών: χασίς και ηρωίνης.

Ο Παπανικολάου πέθανε τον Οκτώβριο του 1943, στο τμήμα τοξικομανών του Δημόσιου Ψυχιατρείου Αθηνών, από πρέζα· ενώ ο Λαπαθιώτης αυτοπυροβο- λήθηκε στην καρδιά, ξημερώνοντας 8-1-1944, στο σπίτι του, στη συμβολή των οδών Κουντου-

ριώτη και Οικονόμου, στα Εξάρχεια. Ο θάνατος του Παπανικολάου σχετίζεται άμεσα με τα ναρκωτικά, αφού έκανε χρήση υπερβολικής δόσης ηρωίνης.

Η αυτοκτονία του Λαπαθιώτη σχετί- ζεται έμμεσα με τα ναρκωτικά, μιας και προείχε η έσχατη οικονομική και ψυχολογική εξαθλίωση του ποιητή στη διάρκεια της Γερμανι- κής Κατοχής.

Ο Άρης Δικταίος (Ηράκλειο Κρήτης 1919 – Αθήνα 1983), ποιητής, μετα- φραστής και επιμελητής της μεταθα- νάτιας έκδοσης των ποιημάτων του Λαπαθιώτη, το 1964, δεν συμπαθούσε

89

Ναπολέων Λαπαθιώτης Μήτσος Παπανικολάου (1921)

τον Παπανικολάου. Θυμάται την πρώτη συνάντησή του με τους δυο ποιητές το φθινόπωρο του 1938, νύχτα –όχι όμως πολύ αργά– στο εστιατόριο Ελληνικόν που βρισκόταν στην Ομόνοια, στη γωνία των οδών Δώρου και Σατωβριάνδου, και αναφέρεται σε αυτόν με τα χειρότερα λόγια:2

«Ένας από τους πιο δυσειδείς ανθρώπους που είδα στη ζωή μου: Κοντόπαχος, μαυριδερός χαλκοπράσινος, με μια σειρά, ή κάμποσα μόνο, χρυσά δόντια, που τον ασκήμιζαν περισσότερο μόλις άνοιγε το στόμα του, καθώς τα ́χε τοποθε- τήσει μπροστά μπροστά. Και το άνοιγε αδιάκοπα, μιλώντας ακούραστα, το πιο πολύ για να κακολογήσει, να ειρωνευτεί – από τους πιο χολερικούς, τους πιο ζοχαδιακούς ανθρώπους που συνάντησα. Η ευγένειά του, όταν μου απότεινε το λόγο (πράγμα που δεν έγινε, άλλωστε, πολλές φορές), με ξάφνιασε, γιατί ερχότανε σε μεγάλη αντίθεση με την κακία του».

Ο Δικταίος, βέβαια, κατά βάθος δεν συμπαθούσε ούτε τον Λαπαθιώτη, τον οποίο ζήλευε ασυστόλως· γι’ αυτό έγραψε ό,τι έγραψε για τον ποιητή, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, με αποτέλεσμα η σχετική εισαγωγή του στην έκ- δοση των ποιημάτων του αυτόχειρα να χαρακτηριστεί σαν τυμβωρυχία:3

«Δεν έχει κανείς παρά να ρίξει μια ματιά στ’ “Άπαντα” του ποιητή, εκδόσεις Φέξη, για να σταθεί με λύπη μπροστά στο έγκλημα που έγινε στη μνήμη του. Ο Λαπαθιώτης, ο λεπταίσθητος ποιητής, μετατρέπεται σε άνθρωπο της λαχα- ναγοράς, σε πίθηκο των καταγωγίων, σε υμνητή λουλάδων και ντεκέδων, σε εφιαλτικό πλάσμα ζωολογικού κήπου...»

Αυτό, ασφαλώς, είναι άλλο θέμα το οποίο χρειάζεται ιδιαίτερη ανάπτυξη – δεν είναι ζητούμενο τώρα. Προς το παρόν, έχοντας ασχοληθεί με τον Λαπαθιώτη, εδώ και πολλά χρόνια, θα επιχειρήσω να ιχνογραφήσω τη σχέση του με τις απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες, σύμφωνα με τα γραπτά τεκμήρια και τις μαρτυρίες που υπάρχουν μέχρι σήμερα· βοηθώντας βεβαίως και ο, εκλεκτός και εξ απορρήτων, φίλος του Μήτσος Παπανικολάου.

2

Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι η πρώτη επαφή του Λαπαθιώτη με

2. Βλ. Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ποιήματα, εισαγωγή, σχόλια, παρουσίαση Άρης Δικταίος, εκδόσεις Φέξη, Αθήνα 1964, σελ. XV-XIX. Τώρα και στο: Άρης Δικταίος, Ναπολέων Λαπαθιώτης: Η ζωή του - Το έργο του, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1984, σελ. 18-21.

3. Βλ. Πάνος Ν. Παναγιωτούνης, Μνήμη Ναπ. Λαπαθιώτη: Ένας λεπταίσθητος ποιητής και μια τυμβωρυχία στ’ Άπαντά του, περιοδικό Νέα Σύνορα, τεύχος 6, Απρίλης-Ιούνης 1970, σελ. 71-72. Η έκδοση Φέξη, βέβαια, δεν συγκεντρώνει τα Άπαντα του ποιητή. Ούτε και η νεότερη από τις εκδόσεις Ζήτρος (1997, 2001), η οποία είναι επανέκδοση εκείνης του Φέξη, με ελάχιστες διαφορές. Αυτός που πρώτος επισημαίνει αυτήν τη νεκροσυλία, είναι ο κριτικός της λογοτεχνίας Βάσος Βαρίκας, το 1965. Στην κριτική του για την έκδοση των ποιημάτων του Λαπαθιώτη, αναφερόμενος στην εισαγωγή του Δικταίου, παρατηρεί: «Θα πρόσθετα μάλιστα ότι στις σελίδες αυτές δε συναντάμε, όσο και αν το επιδιώκει ο συγγραφέας τους, τον αντικειμενικό μελετητή. Υπεισέρχεται κάτι το προσωπικό, κάποιο πάθος, που φτάνει κάποτε ως την “αντιδικία”, το οποίο και ιδιαίτερα τις χρωματίζει». Βλ. Δικταίος, ό.π. 83-89.

90

τα ναρκωτικά, συγκεκριμένα με το χασίς, έγινε στην αρχή του 1917 στην Αίγυ- πτο, όταν ακολούθησε τον πατέρα του στο ταξίδι αυτό, ως διερμηνέας με τον βαθμό ανθυπολοχαγού. Στην Αλεξάνδρεια, εκτός από τη γνωριμία του με τον Καβάφη, επισκέφθηκε κι «ένα αυθεντικό αράπικο χασισοποτείο, εξαιρετικού ενδιαφέροντος». Σχετική γενικόλογη αναφορά κάνει ο ποιητής στην αυτοβιο- γραφία του. Φυσικά, δεν ομολογεί ότι έκανε χρήση, απλώς δηλώνει ότι ήταν παρών μεν, πλην όμως παρατηρητής και μόνο:4

«Τώρα κι εγώ πλέον είχα χειραφετηθεί, και ξεφεύγοντας από τις συντροφιές και τις κάποτε εκτάκτως οχληρές περιποιήσεις των υποχρεωτικών μου οδη- γών, ξεκινούσα ολομόναχος τα βράδια και τις νύχτες, και περιπλανιόμουν εδώ κι εκεί στην τύχη, σε συνοικίες μακρινές και ίσως επικίνδυνες για έναν ξένο – σε καφενεδάκια και θέατρα μικρά, αράπικα, σε μέρη που μοναχός λευκός ήμουν εγώ! Κι αυτό μου ́δινε ένα αίσθημα παράξενο, απιθανότητος, παραμυ- θιού κι ονείρου.

(...) Σ’ αυτές μου τις νυχτερινές περιπλανήσεις, τις ανερμάτιστες, γνώρισα και συν- δέθηκα και με μερικούς ιθαγενείς: με τον Χουσεΐν, ένα Σουδανό, που ήταν ακόλουθος κάποιου Εγγλέζου αξιωματικού, και που φορούσε κι ο ίδιος μια

4. Βλ. Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η ζωή μου: Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας, φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας, εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 1986, σελ. 153-157.

91

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης στην Αίγυπτο το 1917 •©Ε.Λ.Ι.Α.

στολή χακί, με φέσι, με τον Μοχάμεντ και τον μικρότερο αδελφό του Άλη και μ’ άλλους. Χάρις σ’ αυτούς, που έγιναν πιλότοι μου, κατόρθωσα να εισχω- ρήσω σε μερικά μυστήρια της σκοτεινής φυλής των. Μάλιστα αυτά τα δυο αδέλφια, μ’ οδήγησαν μια νύχτα με τ’ αμάξι έξω από την πόλη, σ’ ένα αυ- θεντικό αράπικο χασισοποτείο, εξαιρετικού ενδιαφέροντος, όπου και παρα- κολούθησα, απάνω στα ντιβάνια, το κλασικό κάπνισμα του απαγορευμένου “παυσώδυνου”, μέσα στην υποβλητικότατη ατμόσφαιρα των “τεχνητών” γή- ινων “παραδείσων”. Άλλη βραδιά μ’ οδήγησαν, όχι μέσα βέβαια –γιατί αυτό ήταν απολύτως ακατόρθωτο– αλλά στα γύρω ενός θρησκευτικού “τεκέ”, απ’ όπου ανέβαιναν στη σιωπή της νύχτας μονότονες, θρηνώδεις κι ατελεύτητες οι ψαλμωδίες των οιστρηλατημένων “ντερβισάδων”.

Χάρις σ’ αυτούς και την αφοσιωμένη τους φιλία εισέδυσα και γνώρισα, έστω και τόσο λίγο και τόσο φευγαλέα, σ’ εκείνα που διψούσα να γνωρίσω, τα μόνα που μου έδιναν βαθύ ενδιαφέρον κι αληθινή εξωτική συγκίνηση! Οι Ρωμιοί με πήγαιναν στου “Γκρόππι” και στου “Αθηναίου” και στις παριζιάνικες “revues”, σε συγκεντρώσεις κοσμικές, κοσμοπολίτικες, και σ’ ανιαρότατα κι ανόητα θε- άματα...»

Ο Δικταίος όμως αναφέρει ότι την Άνοιξη του 1914, μετά τη δημοσίευση του Μανιφέστου του Λαπαθιώτη, όπου ο ποιητής επιτίθεται στους παλιότερους καλλιτέχνες και συγγραφείς, καλώντας τους νεότερους δημιουργούς να συ- νεργαστούν μαζί του στο «γκρέμνισμα των Ψεύτικων Ειδώλων που κυριαρ- χούν», προκλήθηκε πάλι μέγα φιλολογικό σκάνδαλο. Ο ποιητής δέχθηκε, ξανά, διάφορες γραπτές επιθέσεις. Μεταξύ αυτών, ένα σχετικό δημοσίευμα της εφη- μερίδας Νέα Ελλάς, στις 30-5-1914, πλην των άλλων γράφει και για χασίς.5 Διόλου απίθανο, λοιπόν, η πρώτη επαφή του Λαπαθιώτη με το χασίς να έγινε στην Ελλάδα, το 1914, τρία χρόνια πριν το ταξίδι του στην Αίγυπτο. Το χασίς δεν ήταν άγνωστο στην ημεδαπή επικράτεια, ούτε ήρθε το 1922, με τους πρό- σφυγες. Ήταν ήδη γνωστό στην Ελλάδα από το 1880. Άλλωστε, σύμφωνα και με μιαν επικουρική μαρτυρία, ο Πειραιάς υπερείχε αριθμητικά, σε σύγκριση με άλλες πόλεις, στην ύπαρξη και λειτουργία τεκέδων:6

«Άφθονα είναι τα κέντρα των χασιστών εις πολλάς των μεγάλων πόλεων της Ελλάδος, την σημαντικοτέραν όμως εξάπλωσιν έλαβε το χασίς εν Πειραιεί.

5. Το πρώτο φιλολογικό σκάνδαλο, στο χρονικό του βίου του Λαπαθιώτη, ξέσπασε το 1910 – και είναι γνωστό ως το σκάνδαλο που συνέβη στην Ανεμώνη, το περιοδικό όπου δημοσιεύτηκε το άκρως αισθησιακό ποίημα του Κι έπινα μες από τα χείλη σου. Το δεύτερο συνέβη το 1912 με τη δημοσίευση του ποιήματός του Stabat mater dolorosa στο περιοδικό Ο Νουμάς. Το τρίτο ξέσπασε το 1914, με τη δημοσίευση του Μανιφέστου, πάλι στο Νουμά, ενώ το τέταρτο το 1938 με τη δημοσίευση του ποιήματός του Επεισόδιο στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα. Η αναφορά είναι όλως ενδεικτική. Βλ. Τάκης Σπετσιώτης, Χαίρε Ναπολέων, Δοκίμιο για την τέχνη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1999, σ. 177.

6. Αντιγράφω το απόσπασμα αυτό (που προέρχεται από το βιβλίο του Κ. Μακρή, Το ελληνικόν χασίς, Αθήναι 1929) από τα Επιλεγόμενα του Γιάννη Παπακώστα στην έκδοση της νουβέλας του Λαπαθιώτη «Το τάμα της Ανθούλας», εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2007, σ. 116.

92

Εις την πόλιν ταύτην υπήρχον και υπάρχουν έτι τα περισσότερα κέντρα χασι- στών.(...) Πλήθος χασιστών, προερχομένων κυρίως εκ Μικρασίας, είχον εγκα- τασταθεί από το 1914 εις την Πειραϊκήν χερσόνησον ιδία, όπου, από παλαιο- τέρας εποχής αύτη, λόγω του ότι ήτο σχεδόν έρημος, εχρησίμευεν ως κέντρο χασιστών».

Ο Δικταίος πάλι, το 1964, αναφέρει ένα –άτιτλο, δημοτικοφανές, ελευθερόστι- χο σατιρικό– στιχούργημα του Λαπαθιώτη, περί χασίς, τεκέ και τα συναφή:

Κάτω στου Μήτσου τον τεκέ κάναν οι μπάτσοι μπλόκο και βρήκαν ντουμανότρουπες κι ένα γιαπί λουλάδες, πενηνταδυό διμούτσουνες και δεκοχτώ μαρκούτσια. Σουρτά σουρτά, με μπαμπεσά, ζυγώσαν οι ρουφιάνοι, με ζούλα ήρθαν οι πούστηδες και μας εβάναν μπόστα: Τσιμπήσαν πρώτα το Μπαλήν, όπου φυλούσε τσίλιες και μπήκαν στο τσαρδάκι μας και μας τα κάναν λίμπα! Πήραν τις ντουμανότρουπες, πήραν και τους λουλάδες, πήραν και τις διμούτσουνες, τα δεκοχτώ μαρκούτσια, πήραν και τους ντερβίσηδες και στο πλεχτό τους πάνε· πήραν τον Μίκα το Ντουρντή, το τζε του Ντελαβέρη, το Μπάμπουλα, το Μπόρμπουλα και το Μπαλή το Μήτσο· πήρανε και το ντερτιλή το Ντάτα, το θερίο,

που ́κανε πέντε στην Παλιά και τρεις στο Παλαμήδι, κι όντας μιλάει τσακίζεται και λέει «Οφ, τ’ αδρεφάκι!...». Πήραν και το Σκουντή το Λια με τα σμιχτά τα φρύδια... Κι ο Λιάκος βαρυγκόμαγε κι ο Λιάκος βλαστημούσε. – Λιάκο μ’ τι έχεις και θλίβεσαι, τ’ έχεις κι αναστενάζεις; – Δεν κλαίω που με τσιμπήσανε και στο πλεχτό με πάνε, μόν’ κλαίω που μου τη σκάσανε κι ακόμα είμαι χαρμάνι...

Φυσικά, ο επιμελητής δεν περιορίζεται στην απλή αναφορά του στιχουργή- ματος αλλά, φορώντας την τήβεννο και υψώνοντας το δάχτυλό του, προχω- ρά σε μια σειρά από κρίσεις κι επικρίσεις για τον τρόπο ζωής του Λαπαθιώτη, ηθικολογίες και κηρύγματα, δίκην εισαγγελέως! Αναφέρεται καταφρονητικά στις ολονύχτιες περιπλανήσεις του ποιητή, στις ερωτικές του επιλογές και τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Βεβαιώνει, τέλος, ότι ο Λαπαθιώτης, πέρα από το γεγονός ότι δεν δημοσίευσε το παραπάνω στιχούργημά του, όσο ζούσε, δεν έγραψε κάτι ανάλογο. Και, φυσικά, κάνει λάθος και στα δύο σημεία.7

7. Δικταίος, ό.π. 47.

3

93

canavaccio

canavaccio

Ο ελληνικός τύπος στα ίχνη των χασισοποτών

51

Ηθεματολογία των ελληνικών εφημερίδων τα τελευταία 100 χρόνια ασχολείται με το χασίς και τα ναρκωτικά, δημοσιεύοντας πλή- θος σύντομων ειδήσεων για συλ- λήψεις λαθρεμπόρων, χρηστών και χασισοκαλλιεργητών. Ο τύπος διαμορφώνει μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο το κοινό αίσθημα, προβάλ- λοντας το στερεότυπο του χασικλή εγκληματία. Οι χασικλήδες παρου- σιάζονται ως φαύλα πρόσωπα, επι- κίνδυνα για τη δημόσια ασφάλεια, αργόσχολα τέρατα της κοινωνίας προορισμένα να καταλήξουνε στον βέβαιο θάνατο της ηρωίνης...

Οι εφημερίδες κρατούν σε εγρή- γορση το ενδιαφέρον του κοινού σερβίροντάς του ιστορικά και ερω- τικά αναγνώσματα. Δημοσιεύουν σε συνέχειες το βίο και την πολι- τεία ξακουστών ληστών, την άθλια καθημερινότητα των φυλακών και, φυσικά, των χασισοποτείων. Περι- γράφουνε επεισόδια σε τεκέδες, με πρωταγωνιστές χασικλήδες που αλ- ληλοσφάζονται, και διατυπώνουν καμιά φορά υπαινικτικά σχόλια για την αστυνομία που δεν κάνει σω-

1

2

5

2

2

στά τη δουλειά της και ανέχεται αυτές τις φωλιές των εγκληματιών, αυτά τα κολλέγια της επικίνδυνης μαστούρας...

Υπάρχουν παρόμοια ευφάνταστα ρεπορτάζ σε διαφορετικές εφημε- ρίδες, για παράδειγμα το 1909 στο «Σκριπ» (βλ. σελ. 143) και το 1925 στην εφημερίδα «Έθνος». Οι συ- ντάκτες εμφανίζονται ως ήρωες που καταφέρνουν με κίνδυνο της ζωής τους να μπουν στα καταγώγια του Πειραιά, στις φυλακές και στα «εντευκτήρια» των χασισοποτών για να συλλέξουν πληροφορίες. Ο Πότης Κούκης στο «Έθνος» (βλ. σελ.154), γράφει:

«Ημέρας ολοκλήρους και νύκτας μα- κράς κατεγινόμεθα να συλλέξωμεν πληροφορίας περί του πώς θα μπο- ρέσωμεν να πλησιάσωμεν ”ντεκέ” ακινδύνως, πώς θα κάμωμεν παρέα με τους χασισοπότας και πώς θα ξε- μπλέξωμεν από αυτήν την φασαρίαν χωρίς να δεχθώμεν καμμιά μαχαιριά ή καμιά ξυραφιά για σουβενίρ, πράγ- μα ουχί ασύνηθες δια τους απρο- σκλήτους παρεισάκτους».

Έμαθαν μέχρι και την αργκό των χα- σικλήδων από φημισμένους δασκά- λους του Πειραιά για να περάσουν απαρατήρητοι, έλαβαν επίσης τρία θαυμάσια περίστροφα από φίλους τους αστυνομικούς με την ευχή «να ́ναι αχρείαστα». Ο συντάκτης αισι- οδοξεί ότι σε περίπτωση παρεξηγή- σεως έχουν αρκετές ελπίδες καθώς «είμεθα τρεις, ευτυχώς αρκετά χερο- δύναμοι, και έχωμεν αρκετάς ελπίδας ότι “θα φάμε αλλά και θα δώσουμε”,

1

2

5

3

3

κατά την έκφρασιν ενός της παρέας».

Όσοι χασισοπότες συλλαμβάνονται, φιγου- ράρουν στις σελίδες του τύπου με όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, ηλικία, επάγγελμα και ακριβή διεύθυνση κατοικίας.

Ενώ η ευρύτερη κοινωνία φαίνεται ότι ανέ- χεται το φαινόμενο της χασισοποσίας, ο τύ- πος και η εξουσία εργάζονται με στόχο να χτίσουν μια αρνητική δημόσια εικόνα για το χασίς, τους τεκέδες και, αργότερα, για τους λαϊκούς μάστορες των χασικλίδικων τρα- γουδιών που ξεπήδησαν μέσα απ’ τα χασι- σοποτεία. Τα τραγούδια αυτά περιγράφουν έναν ξένο τρόπο ζωής, μη συμβατό με τον ελληνισμό που πρέπει να στρέψει πλέον το βλέμμα προς τη Δύση. Οι επιθέσεις κατά της μουσικής των τεκέδων, άρχισαν με κα- ταγγελτικά άρθρα εναντίον των αμανέδων το 1931 και στη συνέχεια επεκτάθηκαν στα τραγούδια που υμνούσαν τη μαστούρα. Η «Παξιμαδικλέφτρα» για παράδειγμα κατη- γορήθηκε ότι «χαμοσέρνει την τέχνη των ήχων στα βρωμερότερα επίπεδα της σαρκι- κής μουσικής ρυπαρογραφίας».

Μικρή μερίδα του τύπου, σε αντίθεση με την κυρίαρχη διάθεση στιγματισμού, προτι- μάει να καταγράφει και να αξιολογεί χωρίς να ηθικολογεί. Ο δημοσιογράφος-λόγιος Κώστας Φαλτάιτς αναφέρεται στα τραγού- δια που γεννήθηκαν υπό τους ήχους του μπαγλαμά γράφοντας ότι «έχουν ειλικρίνεια και αυθορμητισμό που εκπλήσσει και γοη- τεύει».

Ο ίδιος, στο «Εμπρός» της 21ης Ιουλίου 1922 (βλ. σελ. 151) προβληματίζεται επειδή ο απαγορευτικός νόμος του 1920 εκτός από τις φυτείες και το εμπόριο της κάνναβης κατέστρεψε και ολό- κληρη λαϊκή προφορική φιλολογία, «αναπτηχθείσαν εις την Ελλάδα υπό

την έμπνευσιν των καπνών του χασίς».

Στην ίδια εφημερίδα 24 χρόνια νωρίτερα, ένα ρεπορτάζ αναφέρεται στη σύλληψη από τον ενωμοτάρχη καταδίωξης της αστυνομίας Πει- ραιά, πέντε ανδρών και ενός νέου από τις καλύτερες κοινωνικές τάξεις

1

2

5

4

4

του Πειραιά. Οι εν λόγω χασισοπό- τες συνελήφθησαν «παρά τον Άγιον Διονύσιον, εν ρωμαντική τοποθεσία κάτωθεν λευκών, παράλυτοι και χαυ- νωμένοι εκ της πόσεως του απαισίου χασίς».

Το 1946 ο «Ριζοσπάστης», καλεί το λαό να πάει αυτοβούλως και να κλεί- σει τους τεκέδες. Ένα χρόνο μετά επαινεί τους επονίτες του Βόλου που με δική τους πρωτοβουλία ξε- ρίζωσαν φυτείες με κανναβουριές. Τα δραστήρια μέλη της ΕΠΟΝ όταν δεν ξεριζώνουνε φυτείες, εξοντώ- νουν εθελοντικά ακρίδες στα χωρά- φια της Λαμίας ή καρφώνουν στην αστυνομία όσους κρυφούς τεκέδες γνωρίζουν...

Από τις εφημερίδες, έχουμε πληρο- φόρηση για όλες τις περιοχές της ελληνικής επικράτειας στις οποίες λειτουργούν χασισοποτεία.

Το «Εμπρός», μεταφέρει εκτενή αποσπάσματα από τη συζήτηση στην ελληνική Βουλή για τη φορο- λογία της ινδικής κάνναβης το 1906, και αποτυπώνει την ιδιαίτερη σχέση που είχε τότε το ελληνικό κράτος με το φυτό και τους καλλιεργητές του.

1

2

5

5

5

Το μυστηριώδες καφενείον. Οι πελάται του.

Εν μια των κεντρικωτέρων συνοικιών της πόλεως, όπισθεν του Μοναστηρα- κίου ευρίσκεται μικρόν καφενείον από του οποίου βαρεία εξέρχεται πάντοτε οσμή αναγκάζουσα τους εκείθεν διερχομένους να φράσσωσι την ρίνα των. Την ημέραν σπανίως βλέπεις εντός αυτού άνθρωπον.

Την νύκτα έχει πάντοτε κλειστάς τας θύρας, αν τις όμως παρετήρει προσεκτι- κώς δια του άνωθεν της θύρας μικρού φεγγίτου θα έβλεπεν εντός φως, και αν εφίστα περισσότερον την προσοχήν του θα ήκουεν εντός αυτού του καφενεί- ου συνδιαλέξεις ανθρώπων.

Υποκείμενα υπόπτου ποιότητος και μυστηριώδους επαγγέλματος, άγριαι δε συνήθως φυσιογνωμίαι ήσαν οι τακτικοί πελάται του. Κάτι χρωματογραφίαι παριστάνουσαι οικτρώς επεισόδια του ρωσσοτουρκικού πολέμου ήσαν τα μόνα κοσμήματα του μυστηριώδους καφενείου.

Ο αστυνόμος του Δ ́ τμήματος κ. Αρ. Κατσελίδης αγρυπνών την νύκτα της προχθές, ανεκάλυψε το καταγώγιον τούτο και χωρίς να είπη τίποτε ώθησε την θύραν και εισήλθεν εντός αυτού. Υπό το θαμβόν φως της λυχνίας παρέστη προ πρωτοτύπου θεάματος. Ο κύρι- ος του καταστήματος χυδαιοτάτης φυσιογνωμίας ήτο εξηπλωμένος επί τινός έδρας εν πάση νωχελεία και περιεστοιχίζετο ευλαβώς υπό των αξιοτίμων κ.κ. Μενδρεσέ, Καλαφάτη, Αραπάκη κ.τ.λ. πάντων γνωστών προσωπικοτήτων εις άπαντα τον αστυνομικόν κόσμον.

Ο καφετζής περιεστοιχιζόμενος υπό των υπηκόων του εκάπνιζε μακαρίως χα- σίς από τινός πρωτοτύπου ναργιλέ συνισταμένου εξ ενός πηλίνου αγγείου εν είδει κουμπαρά φέροντος δύο οπάς επί της μιας των οποίων είνε τοποθετημέ- νον μικρόν καλάμι δι’ ου ροφώσιν, επί της ετέρας δε έτερος μικρός κάλαμος παχύτερος, φέρων εις την έξω άκραν πηλίνην πλάκα κοίλην ολίγον εφ’ ης το- ποθετείται το χασίς.

Βρώμα και δυσωδία εβασίλευεν εν τω καφενείω. Οι οφθαλμοί πάντων των λω- ποδυτών μηδέ του καφετζή εξαιρουμένου, ήσαν θολοί και εφαίνοντο πάντες ως υπό νάρκην διατελούντες.

Ολίγον απωτέρω του περί τον καφετζήν ομίλου ήτο εξηπλωμένος επί τινός παλαιοκαναπέ εις εκ των πελατών, εν αδαμιαία περιβολή.

1

2

5

6

6

– Διατί είνε γδυτός αυτός; ερωτά ο κ. αστυνόμος. – Διότι όταν πίνη χασίς νομίζει ότι βρίσκεται στον Παράδεισον, αποκρίνεται ο καφετζής.

Εις τον τοίχον μιας γωνίας του καφενείου ευρέθη εις τόμος της Χαλιμάς, όζων φρικωδώς, εις άλλην δε γωνίαν ανευρέθη ο βίος και η πολιτεία του Αγ. Ιωάν- νου του Καλυβίτου! Οι λωποδύται ως και ο καφεπώλης, συστηματικός χασιτζής, συνελήφθησαν και ωδηγήθησαν εις την αστυνομίαν.

Επί του Μενδρεσέ γενομένης ερεύνης ανευρέθησαν εις τα θυλάκιά του επι- σκεπτήρια φέροντα το όνομά του! Ο κ. αστυνόμος τον συνεβούλευσε να προσθέση κάτωθι του ονόματός του και τον τίτλον του επαγγέλματός του, ούτω:

«Ι. Μενδρεσές, λωποδύτης».

Εφημερίδα Παλιγγενεσία, 29 Ιουλίου 1893).

1

2

5

7

7

Τα απόκρυφα των Αθηνών Οι χασισοπόται εγκληματίαι

Πώς τους συλλαμβάνει η αστυνομία / Αι καταδίκαι των και αι εξορίαι / Ειδική περιγραφή και έρευνα του “Σκριπ”

Εγράψαμεν ήδη ότι η αστυνομία ευρίσκεται εις διαρκή κίνησιν πάντοτε όσον αφορά τα χασισοποτεία των Αθηνών. Δεν αφίνει ευκαιρίαν από του να επεμβαίνη και να τα κλείη. Αλλά το κλείσιμον αυτό διαρκεί ημέρας μόνον. Πάλιν ανοίγουν ταύτα εις το αυτό ή εις άλλο μέρος της πόλεως και πάλιν επεμβαίνει η αστυνομία. Θα εξακολουθεί δε αύτη η κατάστασις αιωνίως εν όσω δεν υπάρ- χει αυστηρός νόμος προς καταδίωξιν γενναιοτέραν των χασισοποτείων και των φαυλοβίων των διαιτωμένων εις αυτά.

Το Πταισματοδικείον

Οι χασισοπόται συλλαμβανόμενοι παρά της αστυνομίας παραπέμπονται εις το Πταισματοδικείον προς δίκην. Συνήθως κρατούνται όσο το δυνατόν περισσότε- ρο χρόνον εις τα υπόγεια της αστυνομίας όπως σωφρονισθώσι δια της τιμωρίας. Αλλ’ η φυλάκισις αύτη, συνεχής και συνειθισμένη πλέον δι’ αυτούς, ουδεμίαν σωφρονιστικήν επίδρασιν έχει.

Το Πταισματοδικείον τους καταδικάζει συνήθως εις φυλάκισιν. Η φυλάκισις αυτή δεν είνε δυνατόν παρά να είνε ολιγοήμερος, δια τούτο με όλην την επέμ- βασιν του νόμου οι χασισοπόται δεν είνε δυνατόν να φυλακίζωνται επί μακρόν χρόνον. Κρατούνται ένα μήνα, δύο το πολύ και έπειτα πάλιν είνε ελεύθεροι όπως συνεχίσουν τας πράξεις των. Δια τούτο εύρον ότι το καλλίτερον είνε όπως το Πταισματοδικείον αντί να τους καταδικάζη εις φυλάκισιν να τους τιμωρή δια προστίμων. Καθώς δεν είνε αδύνατον να πληρώνουν τα πρόστιμα, στέλλονται εις τας φυλακάς. Εις τας δια χρέη φυλακάς καταντά να έχουν ούτω διαρκές άσυ- λον οι φαυλόβιοι χασισοπόται. Τους κρατούν εκεί όσον τους είνε δυνατόν να τους κρατήσουν και ούτως ευρίσκει την ησυχίαν της η αστυνομία και η πόλις.

Το μέτρον της εξορίας

Αλλ’ εννοείται μόλις εξέλθουν των φυλακών δεν θα βραδύνουν να δώσουν αφορμήν εις την αστυνομίαν όπως τους συλλάβη πάλιν. Συμβαίνει να υπάρχουν πολλοί λωποδύται χασισοπόται, οι οποίοι να καταδικάζονται τρις και τετράκις το έτος παρά του Πταισματοδικείου. Δια να αποφεύγη λοιπόν όλας τας διαδι- κασίας ταύτας η Αστυνομία εύρε το μέτρον της εξορίας. Συναθροίζει αρκετούς φαυλοβίους και μίαν ωραίαν πρωίαν τους αποστέλλει εις τας Καλάμας, εις την Άρταν, εις την Θεσσαλίαν. Απαράλλακτα όπως άλλοτε επί της εποχής της Μα-

1

2

5

8

8

νών Λεσκώ η αστυνομία εξώριζεν όλους τους υπόπτους και τους φαυλοβίους εις την Αμερικήν. Η τιμωρία της εξορίας είνε οδυνηρά δια τους χασισοπότας. Είνε υποχρεωμένοι να μεταβούν πεζοί από τας Αθήνας εις τας Καλάμας ή εις την Θεσσαλίαν. Ούτως οδοιπορούν ένα μήνα, υφιστάμενοι τα πάνδεινα. Μόλις φθάσουν εκεί τίθενται υπό αστυνομικήν επαγρύπνησιν. Αλλά συνήθως κατορ- θώνουν και δραπετεύουν και επανακάμπτουν εις την πρωτεύουσαν. Αλλ’ έως ότου επανακάμψουν παρέρχεται αρκετόν χρονικόν διάστημα κατά το οποίον ησυχάζει η αστυνομία από τα κοινωνικά ταύτα τέρατα. Έπειτα πάλιν αρχίζει η αυτή και ατελείωτος κωμωδία. Δυστυχώς ο νόμος δεν προβλέπει προς αυστη- ροτέραν τιμωρίαν των όντων αυτών, η δε δικαιοσύνη δεν ημπορεί να θέση χεί- ρα επ’ αυτών παρά μόνον όταν ταύτα προβούν εις την διάπραξιν φόνου ή άλλης σοβαράς εγκληματικής πράξεως.

Πού συνηθίζουν το χασίς

Είνε περίεργον ότι όλοι οι χασισοπόται συνηθίζουν να καπνίζουν χασίς εις τας φυλακάς. Δυστυχώς αι ελληνικαί φυλακαί αντί να χρησιμεύουν προς σωφρο- νισμόν των εγκληματιών, τουναντίον συντείνουν εις την τελείαν αποκτήνωσιν των ατυχών αυτών όντων. Όπως είνε λίαν διαδεδομένη η οινοπνευματοποσία, η χαρτοπαιξία εις τας φυλακάς, όπως είνε εξηπλωμένη η οπλοφορία ούτω και το χασίς έχει ευρέως κατακτήσει τας τάξεις των φυλακισμένων. Εκεί φυλακιζόμε- νοι οι φαυλόβιοι συνηθίζουν να πίνουν χασίς, έπειτα δε εξερχόμενοι των φυλα- κών παραδίδονται ελευθεριώτερον εις την χασισοποσίαν, ήτις τους οδηγεί εις διάφορα εγκλήματα.

Τι δύναται να κάμη ο Κλήρος

Εν όσω η αστυνομία είνε αδύνατον να σωφρονίση τους χασισοπότας δια των τιμωριών ας επιβάλλει εις αυτούς, υπάρχει μία ιδέα μας έλεγεν εις αστυνομικός όπως επεμβή ο κλήρος και προσπαθήση η εκκλησία να πράξη ό,τι δεν δύναται η αστυνομία. Ηδύνατο ο ιερεύς να εισήρχετο εις τα αστυνομικά κρατητήρια όπου κρατούνται οι συλλαμβανόμενοι χασισοπόται και δια νουθεσιών και δια διδα- σκαλιών να προσεπάθει να μεταβάλη τας πονηράς ταύτας φύσεις. Διότι κυρίως πρόκειται ν’ αποτραπούν τα όντα ταύτα από την χασισοποσίαν, ήτις τα οδηγεί εις τας μεγαλειτέρας εγκληματικάς πράξεις. Ο θείος λόγος ηδύνατο να ενεργή- ση περισσότερον του ανθρωπίνου. Να αναπτυχθή δηλαδή εις τα απαίσια ταύτα όντα ο πόθος προς την εργασίαν. Διότι παρατηρημένον είνε ότι όλοι αυτοί οι χασισοπόται είνε πάντοτε εντελώς άεργοι, κάποτε δε αν τύχη κανείς εξ’ αυτών και πεισθή ν’ αναλάβη μίαν εργασίαν αρχίζει και αποφεύγει την επικοινωνίαν με τους άλλους φαυλοβίους, παύει από του να χασισοποτή, από μίαν δε καλήν ευκαιρίαν εξαρτάται η σωτηρία του και η εμμονή του εις τον ίσιον δρόμον. Ο κ. Γενήσαρλης ηδύνατο να καταφύγη εις την θρησκείαν, διότι αυτή πλέον δια την αστυνομίαν μένει να είνε το μόνον πλέον μέτρον κατά των χασισοποτών.

Η σύλληψίς των

Περίεργοι είνε αι διατυπώσεις εις τας οποίας υποβάλλει η αστυνομία τους συλ-

1

2

5

9

9

λαμβανομένους φαυλοβίους. Μόλις συλληφθούν οδηγούνται εις το αστυνο- μικόν κρατητήριον. Την πρωίαν παρουσιάζονται ενώπιον του αστυνόμου, ο οποίος τους υποβάλλει εις ανάκρισιν. Το πρώτον των ψεύδος είνε το όνομά των. Κάθε φορά που συλλαμβάνονται δίδουν και εν νέον ψευδές όνομα. Τούτο δεν ανησυχεί διόλου τους αστυνομικούς. Ο αστυνόμος συνήθως απαντά: «Πώς; Ένα όνομα ακόμα, Σκαντζόχοιρε; Δεν πειράζει. Γράψε του και το νέον όνομα». Ούτω γίνεται η καταγραφή του λωποδύτου με το νέον του όνομα. Οδηγείται κατόπιν εις την αστυνομίαν όπου εξακριβούται η ταυτότης του και ο φαυλόβιος καταγράφεται εις το ειδικόν δι’ αυτούς βιβλίον με το νέον του όνομα και με τα χαρακτηριστικά του δίπλα εις τα παληά του τοιαύτα. Καταντά μερικοί χασισο- πόται λωποδύται να έχουν τριάντα ονόματα κατ’ αυτόν τον τρόπον. Κατόπιν γίνεται επιθεώρησις αν υπάρχη εις την αστυνομίαν η φωτογραφία του συλλη- φθέντος. Αν δεν υπάρχη φωτογραφείται ούτος και η φωτογραφία του τίθεται εις το γνωστόν Πάνθεον των λωποδυτών εις το αστυνομικόν υπόγειον. Δίπλα εις το Πάνθεον αυτό τοποθετείται ο συλληφθείς.

Οι χασισοπόται κατάστικτοι

Ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν όλων των χασισοποτών είνε τα στίγματα, τα οποία φέρουν επί των σωμάτων των. Δεν υπάρχει χασισοπότης, ο οποίος να μην έχη κεντήση επί του στήθους του, επί του βραχίονός του, επί της πλάτης και εν όνο- μα και εν σύμβολον και μίαν εικόνα. Τα στίγματα αυτά, δείγματα του παλλη- καρισμού των χρησιμεύουν ευτυχώς δια την αστυνομίαν ως τα ασφαλέστερα χαρακτηριστικά των. Μόλις τους συλλάβουν τους γυμνώνουν και επιθεωρούν τα στίγματα των σωμάτων των, τα οποία καταγράφονται και αυτά λεπτομερώς εις το ιδιαίτερον βιβλίον των χασισοποτών. Συμβαίνει συχνά πολλοί των χασισο- ποτών να προσπαθούν μεταμφιεζόμενοι να απατήσουν την αστυνομίαν, θα το κατώρθωναν δε ευκόλως αν δεν υπήρχον τα στίγματά των ταύτα. Δια τούτο οι μικρότεροι χασισοπόται τώρα αποφεύγουν πλέον να στίζουν τα μέλη των, παραδειγματιζόμενοι εκ της τύχης των μεγαλειτέρων των.

Μερικοί παράξενοι τύποι

Μεταξύ των χασισοποτών υπάρχουν μερικοί λίαν παράδοξοι τύποι. Ούτοι δεν επικοινωνούν διόλου με τους άλλους συναδέλφους των, σωστοί αγριάνθρωποι, προβαίνοντες εις τας λωποδυτικάς των πράξεις μόνοι των, άνευ συνεργασίας άλλων. Ιδίως έχουν την μονομανίαν να χασισοποτούν μόνοι των. Πηγαίνουν εις ένα χασισοποτείον, πληρώνουν ένα τάλληρον προκαταβολικώς τον κατα- στηματάρχην και τον διατάσσουν να κλείση το κατάστημά του και να τους πα- ρασκευάση την «τζίκα» μόνον δια τον εαυτόν τους. Κάθηνται τότε, ροφούν το καλάμι και μεθύσκονται ναρκούμενοι μόνοι των ως βασιλείς, ως αυτοκράτορες. Αυτοί είνε και οι επιφοβώτεροι. Αν τύχη κατά την στιγμήν της χασισοποσίας των και εισέλθη κανείς εις το καφενείον είνε ικανοί να τον σφάξουν. Αυτοί είνε που ανθίστανται αγριώτερον κατά των αστυνομικών οργάνων βγάζοντας μαχαίρι μόλις πλησιάση αστυφύλαξ. Είνε δε άφοβοι και θρασύτατοι. Ποτέ σχεδόν δεν

1

3

6

0

0

χασισοποτούν την νύκτα θεωρούντες τούτο ως δειλίαν. Τουναντίον εισέρχο- νται αγέρωχοι την ημέραν εις τα χασισοποτεία, όπου διατάσσουν μεγαλοφώ- νως «την τζίκα».

Το χασίς

Ως γνωστόν το εμπόριον του χασίς δεν είνε απηγορευμένον. Η καλλιέργειά του είνε ελευθέρα, εξ αυτής δε αποζούν ολόκληροι πληθυσμοί εις την Μαντινείαν και το Άργος. Το χασίς εξάγεται και εξοδεύεται εις το εξωτερικόν όπου η φο- ρολογία του είνε μεγάλη. Συνήθως την εξαγωγήν του διενεργούν και πολλοί συστηματικοί λαθρέμποροι κερδίζοντες μεγάλα ποσά εκ του λαθρεμπορίου τούτου.

Το χασίς δεν έχει τα θύματά του μόνον μεταξύ των φαυλοβίων. Δυστυχώς υπο- φέρουν πολύ εξ αυτού και οι καλλιεργηταί του δηλητηρίου τούτου. Μας διηγή- θησαν ότι εις την Πελοπόνησσον τα κορίτσια του λαού τα καλλιεργούντα το χα- σίς, υφίστανται κάποτε ζωηρούς κλονισμούς. Συνήθως το χασίς διαθέτει ταύτα εις διαρκή ευθυμίαν και χαράν. Όλαι αι εργάτιδες τραγωδούν και χαριεντίζονται όλην την ημέραν. Πολλάκις δε την εσπέραν ενώ επιστρέφουν εκ της εργασίας των είνε σχεδόν τρελλαί από ζωηρότητα και προβαίνουν εις διαφόρους σκηνάς προς τους διαβάτας που συναντούν.

Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ (13 Σεπτεμβρίου 1902)

1

3

6

1

1


canavaccio

Η ιστορία της κάνναβης στους λαούς

Η σχέση του ανθρώπου με την κάνναβη είναι γνωστή από το απώτατο πα- ρελθόν – από την ανακάλυψη της γεωργίας στον λεγόμενο Παλαιό Κόσμο. Καλλιεργήθηκε για πέντε λόγους: ως πηγή φυτικών ινών, για το έλαιό της, για τους εδώδιμους σπόρους της, για τις ναρκωτικές της ιδιότητες και για θερα- πευτικούς λόγους, μιας και χρησιμοποιείται τόσο από τη σύγχρονη όσο και από τη λαϊκή ιατρική.

Η κάνναβη, λόγω των πολλών χρήσεών της, έχει καλλιεργηθεί σε διάφορα μέρη τη κόσμου. Τα φυτά της προσαρμόζονται εύκολα σε κάθε περιβάλλον και δημιουργεί υβρίδια που δεν θα ήταν δυνατόν να προκύψουν στα φυσικά της περιβάλλοντα. Μεταβάλλονται, μέσω της ανθρώπινης επέμβασης, για συ- γκεκριμένες χρήσεις. Βοτανολογικά είναι δύσκολη η ιστορία του φυτού, επει- δή έχει πλέον απομακρυνθεί από τον αρχικό του τύπο: παρά την μακριά του ιστορία ως φυτό χρήσης, η κάνναβη είναι σχεδόν εντελώς άγνωστη ως προς τη βιολογία της.

Η βοτανική κατάταξη της κάνναβης είναι αβέβαιη. Οι βοτανολόγοι δεν συμ- φωνούν γιά την κατάταξή της σε μια οικογένεια φυτών. Έτσι την βρίσκουμε σε διάφορες κατηγορίες (Urticaceae, Moraceae και πιο συχνά πλέον στην Cannabaceae). Υπάρχει διαφωνία και για το πόσα είδη κάνναβης υπάρχουν. Κυρίως αναγνωρίζονται τρία είδη: C. indica, C. ruderalia και C. sativa. Αυτά τα είδη αναγνωρίζονται κυρίως από τις διαφορές στη δομή του ξύλου, αλλά και από τις χημικές ιδιότητες του καρπού, οι οποίες όμως δεν έχουν μελετηθεί πλήρως.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποια από τις διαφορετικές χρήσεις της κάννα- βης προηγήθηκε των άλλων, όμως, μιας και οι χρήσεις των φυτών προχωρούν από τις απλούστερες στις πολυπλοκότερες, μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι ίνες ήταν το πρώτο στοιχείο που τράβηξε την προσοχή των ανθρώπων. Έχουν βρεθεί υπολείμματα ινών κάνναβης στις ανασκαφές αρχαιότατων τόπων: στην Κίνα του 4000 π.Χ. και στο Τουρκεστάν του 3000 π.Χ. Έχουν βρεθεί και γουδιά για τις ίνες αυτές και μόνον, σε αρχαιολογικούς τόπους της Ταϊβάν, ενώ ίχνη ρούχων από ίνες κάνναβης έχουν εντοπιστεί σε ανασκαφές της Τουρκίας, σε σημεία του 8ου αιώνα π.Χ. καθώς και ένα αμφισβητούμενο δείγμα σε Αιγυ-

180

πτιακό τάφο 3 ή 4 χιλιάδων χρόνων προ Χριστού.

Οι Ινδικές Βέδες υμνούν την κάνναβη ως ένα από τα θεϊ- κά νέκταρ που δίνουν στον άνθρωπο καλή υγεία και οράματα των θεών. Η Ζεντ – Αβέστα (600 π.Χ.) αναφέρει ένα μεθυστικό ρετσίνι, ενώ οι Ασσύριοι χρησιμοποιού- σαν την κάνναβη ως λιβάνι από τον 9ο αιώνα.

Επιγραφές από τη δυνα- στεία των Τσου (700 – 500 π.Χ.) έχουν μιαν αρνητική αναφορά στον αρχαίο χαρακτήρα της κάνναβης και τις αποχαυνωτικές της ιδιότητες. Μιας και η ιδέα προφανώς ήταν παλαιότερη από την ίδια τη Γραφή –όπως μαρτυρούν άλλες αρχαιολογικές πηγές– μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι αναφέρεται στις παραισθησιογόνες ιδιότητες της κάνναβης που ήταν γνω- στές από τόσο νωρίς. Αναφέρεται εκεί ότι το μα – φεν (=καρπός της κάννα- βης), αν παρθεί σε υπερβολική δόση, θα προκαλέσει παραισθήσεις (το κείμενο λέει κυριολεκτικά «θα δει δαίμονες») και συνεχίζει λέγοντας ότι η μακρόχρονη χρήση προκαλεί την επικοινωνία με τα πνεύματα και θα ελαφρύνει το σώμα.

Η κάνναβη ήταν αναπόσπαστο μέρος της ζωής των Σκυθών1 και της λατρείας των νεκρών: με τη χρήση της οι Σκύθες, αφού έθαβαν τους βασιλείς, αποκα- θαίρονταν σε μικρές σκηνές όπου εισέπνεαν τον καπνό της κάνναβης και των ρητινωδών καλύκων που κάλυπταν τα άνθη της, καίγοντάς τα σε υπερθερμα- σμένες πέτρες.

Περί το 500 π.Χ. ο ιστορικός Ηρόδοτος2 περιγράφει ένα παρόμοιο θαυμαστό λουτρό των Σκυθών. Λέει ότι φτιάχνουν ένα είδος θαλάμου στο έδαφος με τρία ραβδιά που έγερναν το ένα προς τα υπόλοιπα και στήριζαν πάνω τους μάλλινα «χαλιά» για να σφραγίσουν το χώρο. Μέσα στον αυτοσχέδιο θάλα-

1. Οι Σκύθες ήταν ένα νομαδικό, βαρβαρικό φύλο της προχριστιανικής εποχής. Έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον Αρχαίο Κόσμο από τον 7ο π.Χ. αιώνα ώς και τον 1ο μ.Χ. Υπήρξαν σπουδαίοι ιππείς, από τους πρώτους λαούς στον κόσμο που έμαθαν και διέδωσαν την ιππική τέχνη και τις σκεπαστές άμαξες. Αυτή η πρώιμη αρι- στοκρατική φυλή θεωρείται πως διέδωσε την κάνναβη στην Ευρώπη, μιας και ταξίδευαν από τις στέππες της Ρωσίας μέχρι την νοτιοανατολική Ευρώπη. Και οι Αραβικές χώρες όμως συνέβαλαν στην εξάπλωση της ινδικής κάνναβης στην Ευρώπη αλλά και την Αφρική.

2. Σύμφωνα με τον καθηγητή Στριγγάρη η αρχαιότερη είδηση περί καπνίσματος βρίσκεται στον Ηρόδοτο, ο οποίος περιγράφει τους Μασσαγέτας κατοίκους των νήσων του Αράξη: «υπήρχεν παρ’ αυτοίς και έτερον δένδρον, το οποίον φέρει περίεργον είδος καρπών. Ούτοι συναθροίζονται καθ’ ομάδας και ανάπτουν πυράν και τοποθετούνται περί αυτήν· και τότε ρίπτουν εις την πυράν εξ εκείνου του καρπού και όταν οσφραίνονται τον καιόμενον καρπόν μεθύσκονται εκ της οσμής...»

181

Η ολλανδική πολιτική για τα ναρκωτικά

φωτο: Raissa

Η αντίληψη της «μείωσης των βλαβών»

Η Ολλανδία είναι μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες, αστικοποιημένες χώρες του κόσμου. Ο πληθυσμός της ανέρχεται στα 15, 5 εκατομμύρια κατοίκους, καταλαμβάνοντας μια περιοχή που δεν ξεπερνά τα 41.526 τετραγωνικά χιλιό- μετρα. Οι Ολλανδοί πιστεύουν ένθερμα στην ελευθερία του ατόμου και η κυ- βέρνηση διαδραματίζει έναν μάλλον «διακοσμητικό» ρόλο σε θρησκευτικά ή ηθικά ζητήματα. Το ότι η χώρα είχε κατακτηθεί στο παρελθόν από τους Ισπα- νούς, τους Γάλλους και τους Γερμανούς θα μπορούσε, εν μέρει, να εξηγήσει γιατί οι πολίτες της γεννιούνται με μια τόσο έντονη αντίληψη ελευθερίας και αντίστασης κατά των αρχών, όταν αυτές εμπλέκονται πολύ με τα προσωπικά τους ζητήματα. Όσον αφορά τα θρησκευτικά ή ηθικά θέματα, η κυβέρνηση παίζει έναν παρασκηνιακό ρόλο. Η ολλανδική αντίληψη περί ελευθερίας μπο- ρεί εύκολα να χαρακτηριστεί ως «ανεκτικότητα». Καθώς η ατομική ελευθερία οριοθετείται μέχρι το σημείο που δεν περιορίζει άλλες, πολλοί Ολλανδοί στην πραγματικότητα δεν νοιάζονται για όσα ζητήματα δεν τους ενοχλούν άμεσα. Ο τρόπος σκέψης τους και η διείσδυση στη χώρα «παγκόσμιων» τρόπων ζωής, φαίνεται ότι επηρεάστηκε και από την μακρά ιστορική ανάμειξη των Ολλαν- δών με το διεθνές εμπόριο.

Μεγάλη σημασία δίνεται επίσης και στην ευημερία της κοινωνίας ως σύνολο, όπως μαρτυρούν το εκτεταμένο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και το γεγο- νός ότι όλοι έχουν πρόσβαση στην υγεία και στην εκπαίδευση. Η ελεύθερη και η ανοιχτή συζήτηση δύσκολων ζητημάτων όπως τα ναρκωτικά είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της Ολλανδίας.

Τη δεκαετία του 1970, η έξαρση της χρήσης ηρωίνης οδήγησε την κυβέρνηση της Ολλανδίας στη θέσπιση μιας ομάδας εργασίας για την πολιτική απέναντι στα ναρκωτικά (γνωστής ως Eπιτροπή Baan). Οι συστάσεις της καθόρισαν ευ- ρέως την πορεία της ολλανδικής πολιτικής για τα ναρκωτικά.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του ολλανδικού συστήματος όπως αυτό θεμελιώ- θηκε από την Επιτροπή Baan, εδράζονται περισσότερο στην αντίληψη της «μείωσης των βλαβών», δηλαδή στην ελαχιστοποίηση των κινδύνων από τη χρήση ναρκωτικών (όχι μόνο για τους ίδιους τους χρήστες αλλά και για το άμε- σο περιβάλλον τους), παρά στην καταστολή όλων των ναρκωτικών ουσιών. Η ολλανδική πολιτική δίνει προτεραιότητα στη φροντίδα της υγείας και στην

192

πρόληψη ενώ, ταυτόχρονα, λαμβάνει επιθετικά μέτρα κατά του οργανωμένου εγκλήματος. Η χρήση ναρκωτικών για τους Ολλανδούς είναι μια πραγματικό- τητα και η σκέψη ότι θα μπορούσαν κάποτε να δημιουργήσουν μια κοινωνία ελεύθερη από ναρκωτικά, θεωρείται σαν μια ουτοπική προσδοκία. Ενεργοποιήθηκε λοιπόν ένα ευρύ φάσμα παρεμβάσεων με σκοπό τον «περι- ορισμό των βλαβών». Το 1998, αρκετές πόλεις άρχισαν να πειραματίζονται με την συνταγογράφηση ηρωίνης, σε συνδυασμό με μεθαδόνη, σε ιατρική βάση. Για την αποτροπή της μετάδοσης του HIV και της ηπατίτιδας B και C, στη δεκα- ετία 1980-1990 αναπτύχθηκαν προγράμματα αλλαγής των συριγγών.

Η ολλανδική πολιτική για τα ναρκωτικά αναγνωρίζει ότι η χρήση ναρκωτικών ουσιών μπορεί συχνά να είναι απλώς μια νεανική παρεκτροπή και δίνει έμφαση στην κατανόηση και στην αντιμετώπιση αυτών που αναπτύσσουν προβλήματα εξαιτίας της χρήσης. Με αυτήν την πραγματιστική προσέγγιση, η κυβέρνηση θέτει σαφείς προτεραιότητες βάσει των κινδύνων από συγκεκριμένα ναρκωτι- κά. Η δημόσια υγεία αποτελεί την κύρια μέριμνα. Τα στοιχεία – κλειδιά αυτής της πολιτικής είναι:

Η αποτροπή των κινδύνων για το άτομο και την κοινωνία από την χρήση ναρκωτικών, είναι ο κύριος στόχος.

Πρέπει να υπάρχει μια λογική συσχέτιση μεταξύ αυτών των κινδύνων και των μέτρων αντιμετώπισής τους.

Τα μέτρα καταστολής που στρέφονται ενάντια στη διακίνηση των ναρκω- τικών (με εξαίρεση τη διακίνηση της κάνναβης), συνιστούν προτεραιότη- τα.

Τέλος, αναγνωρίζεται η ανεπάρκεια των νόμων στο πρόβλημα των ναρ- 193

canavaccio

canavaccio

Οι βιολογικές και κοινωνικές συνέπειες της χρήσης κάνναβης

Όπως συμβαίνει με πολλές ουσίες που εισέρχονται στο ανθρώπινο σώμα, έτσι και με την κάνναβη μπορεί να προκύψουν θετικές ή αρνητικές συνέπειες για τον χρήστη, ανάλογα με την ποσότητα, τη συχνότητα, την ποιότητα και – ίσως το σημαντικότερο – το βιοχημικό προφίλ του χρήστη.

Οι υποστηρικτές της απαγόρευσης της χρήσης στηρίζουν την άποψή τους στις αρνητικές επιπτώσεις της κατανάλωσης κάνναβης, ενώ όσοι υποστηρίζουν την αντι-απαγόρευση τείνουν να επικεντρώνονται στις θετικές συνέπειές της. Αν υποθέσουμε ότι και οι δύο πλευρές έχουν βάσιμα επιχειρήματα, το ζήτημα μεταξύ τους αφορά το συνολικό ισοζύγιο ανάμεσα στις αρνητικές και τις θετι- κές συνέπειες. Θα ήταν η πολιτική της ανοχής, ή εκείνη της απαγόρευσης, που θα είχε περισσότερες πιθανότητες να μειώσει συνολικά τη βλάβη; Ποια πο- λιτική θα εξυπηρετούσε καλύτερα την κοινωνία σαν σύνολο, καθώς και τους προβληματικούς χρήστες ναρκωτικών;

Η επιστήμη της βιολογίας είναι περισσότερο επιδεκτική αντικειμενικής απο- τίμησης, σε σχέση με τις κοινωνικές επιστήμες. Μια βασική θέση που θα ανα- πτύξουμε παρακάτω είναι ότι η σωστή χρήση κάνναβης μειώνει τη βιολογική βλάβη που προκαλείται από βιοχημικές διαταραχές του οργανισμού, ιδιαίτερα εκείνες που σχετίζονται με την ηλικία. Η σωστή χρήση, σε διάκριση προς τη μη ενδεδειγμένη, μπορεί να έχει σημαντικές θετικές συνέπειες για την υγεία μας, λόγω του τρόπου με τον οποίο η κάνναβη μιμείται τα φυσικά κανναβινοειδή. Ουσιαστικά, το ενδοκανναβινοειδές σύστημα, όπως έχει διαμορφωθεί μετά από 600 εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης, είναι βασικός παράγοντας μείωσης της βιολογικής βλάβης, λόγω της ομοιοστατικής δράσης του. Τα κοινωνικά επακό- λουθα της χρήσης κάνναβης θα αντιμετωπιστούν ως επιγενόμενα αυτού του βιολογικού υποβάθρου. Εδώ έγκειται το παράδοξο της σχέσης ανάμεσα στην κάνναβη και τη μείωση της βλάβης. Είναι μήπως προτιμότερη η σωστή χρήση της κάνναβης από τη μη χρήση;

Το Ενδοκανναβινοειδές Σύστημα

Σκευάσματα κάνναβης έχουν χρησιμοποιηθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια, στη θε- ραπεία ασθενειών όπως η επιληψία, οι ημικρανίες, προβλήματα εγκυμοσύνης και δυσμηνόρροιας. Ωστόσο, μόνο πρόσφατα ταυτοποιήθηκαν τα δραστικά συ- στατικά της κι άρχισαν να κατανοούνται οι μηχανισμοί της δράσης τους. Αν και

206

(THC) είχε παραχθεί από τον μόλις το 1990 εντοπίστηκε στον ο υποδοχέας κανναβινοειδών. δίο αυτό έχει υπάρξει αλματώ- ων κανναβινοειδών στα κύτ- αναζήτηση ενδογενών ουσιών σαν να τους ενεργοποιήσουν, τοιοι υποδοχείς να είχαν ζουμε εμείς χόρτο. Το 1992 ανανδαμίδη. Αυτός ο μετα- από μία διαρκώς επεκτει- γνωστών ως ενδοκαννα- συνδέτες που μοιάζουν ανακαλύφθηκαν. Η σύν- καιημεταφοράτωνκαν- δοχείς, συγκροτούν μαζί

σύστημα.

Το ευρύ θεραπευ- που απορρέει διαχείριση του ειδούς συστήμα- να αναγνωρίζε- μεγάλες φαρμα- ρείες και πανεπι- νητές σ’ όλο τον πια έρευνες που κανναβινοειδή. Προσπαθούν κυρίως να κατανοήσουν τη λειτουργία του εν- δοκανναβινοειδούς συστήματος, καθώς και να μάθουν πώς μπορούμε να το επηρεάσουμε, αυξάνοντας ή ελαττώνοντας τη δραστηριότητά του, ανάλογα με την ασθένεια ή όποια άλλη κατάσταση μας ενδιαφέρει. Η Βρετανική GW Pharmaceuticals αναπτύσσει μια σειρά προϊόντων βασισμένων σε εκχύλισμα κάνναβης, που τώρα βρίσκονται σε στάδιο κλινικής δοκιμασίας, στη Βρετανία και στον Καναδά. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα είναι τόσο θετικά, που η Bayer AG μπήκε σε μια συμφωνία 25 εκατομμυρίων δολαρίων για τη διανομή του προϊόντος Sativa της GW. Από την άλλη μεριά, η Sanofi Research έχει αναπτύ- ξει ένα σκεύασμα με ανταγωνιστική δράση ως προς τα ενδοκανναβινοειδή, που αποτρέπει το αίσθημα πείνας που αυτά επιφέρουν, και έτσι μπορεί να χρη- σιμοποιηθεί για τον έλεγχο του βάρους.

Βιολογική Ιστορία των Ενδοκανναβινοειδών

Η ιστορία του κανναβινοειδούς συστήματος φαίνεται να πηγαίνει πολύ πίσω στο χρόνο. Κάποια από τα στοιχεία του εμφανίστηκαν 600 εκατομμύρια χρό-

η Δ-9-Τετραϋδροκανναβινόλη Mechoulam ήδη από το 1967, εγκέφαλο και απομονώθηκε Από τότε, η πρόοδος στο πε- δης. Η ανακάλυψη υποδοχέ- ταρα εύλογα οδήγησε στην (συνδετών) που θα μπορού- αφού έμοιαζε απίθανο τέ- διαμορφωθεί για να καπνί- ανακαλύφθηκε το λιπίδιο βολίτης ήταν η πρώτη

νόμενη ομάδα ενώσεων, βινοειδών (ενδογενείς στη μαριχουάνα), που θεση, η αποικοδόμηση ναβινοειδών στους υπο- το ενδοκανναβινοειδές

τικό δυναμικό, από τη σωστή ενδοκανναβινο- τος, μόλις άρχισε ται. Πράγματι, κευτικές εται- στημιακοί ερευ- κόσμο κάνουν σχετίζονταιμετα

207

σχέδιο του Dave Sheridan

μο τοποθετούσαν ένα πιάτο στο έδαφος και μέσα στο πιάτο έβαζαν καυτές πέτρες και πάνω τους σπόρους κάνναβης: «αμέσως οι σπόροι καπνίζουν και κανένα Ελληνικό ατμόλουτρο δεν μπορεί να το ξεπεράσει. Οι Σκύθες, ενθουσι- ασμένοι, φωνάζουν από χαρά».

Στα τέλη του 1993 αρχαιολόγοι ανέσκαψαν παγωμένους Σκυθικούς τάφους στην Κεντρική Ασία, που χρονολογούνται μεταξύ 500 και 300 π.Χ. Μέσα ανα- κάλυψαν τρίποδα και προβιές, μαγκάλια και κάρβουνα με υπολείμματα σπό- ρων κάνναβης με φρούτα. Είναι γενικά αποδεχτό ότι η κάνναβη προήλθε από την Κεντρική Ασία και ότι από κει απλώθηκε στην Ευρώπη.

Ενώ οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι μπορεί να μην χρησιμοποιούσαν την κάνναβη ως παραισθησιογόνο, υπάρχουν ενδείξεις ότι γνώριζαν τις ψυχοτρόπες ιδιότη- τές της. Ο Δημόκριτος αναφέρει ότι έπιναν κάνναβη με κρασί και μύρρο για να προκαλέσουν οράματα, ενώ ο Γαληνός γράφει περί το 200 π.Χ. ότι ορισμένες φορές κερνούσαν κάνναβη τους επισκέπτες για να προκαλέσουν ευθυμία.

H κάνναβη έφτασε στην Ευρώπη από τον βορρά. Στην αρχαία Ελλάδα και στη Ρώμη δεν την καλλιεργούσαν για τις ίνες της, αν και, ήδη από τον 3ο αι. π.Χ., χρησιμοποιούσαν ίνες κάνναβης που εισήγαγαν από τη Γαλατία για την κατα- σκευή ιστίων και σκοινιών. Την αναφέρουν οι συγγραφείς Λουκίλιος και Πλί- νιος που, στη μνημειώδη Φυσική Ιστορία του, του 1ου αι. μ.Χ., περιγράφει την παρασκευή σκοινιού και υφασμάτων.

Η καλλιέργεια της κάνναβης άρχισε στις βρετανικές αποικίες του νέου κόσμου από το 1606 (Καναδάς) για να απλωθεί στη Βιρτζίνια το 1611 και να μεταφερθεί από τους αποίκους μέχρι τη Νέα Αγγλία το 1632. Στην προεπαναστατική Βό- ρεια Αμερική η κάνναβη εχρησιμοποιείτο για την κατασκευή φτηνών ρούχων για τους εργάτες. Στις Ισπανικές αποικίες της Νότιας Αμερικής εισήχθη από το 1545 (Χιλή).

Η παραγωγή ινών είναι αρχαιότατη, αλλά η κατανάλωση των φύλλων της πρέ- πει να οδήγησε στην χρήση της κάνναβης για οικιακές και άλλες χρήσεις. Οι καρποί της είναι πολύ θρεπτικοί και είναι απίθανο να μην τους εκμεταλλεύτη- καν οι πρώιμοι πολιτισμοί που έτσι κι αλλιώς εκμεταλλεύονταν κάθε πιθανή πηγή τροφής. Έχουν βρεθεί ίχνη καρπών κάνναβης σε Γερμανικούς τάφους του 500 π.Χ., ενώ είναι γνωστή η χρήση της στη διατροφή των πουλιών σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η ιαματική αξία της κάνναβης στη λαϊκή ιατρική σπάνια διαχωρίστηκε από τις παραισθησιογόνες ιδιότητές της. Η αρχαιότερη αναφορά σ ́ αυτήν τη χρήση είναι πέντε χιλιάδων χρόνων παλιά και προέρχεται από την Κίνα όπου ο αυτο- κρατορικός βοτανολόγος Σεν Νουνγκ (Shen Nung) σύστηνε την κάνναβη για τη θεραπεία της ελονοσίας, της μπέρι – μπέρι, της δυσκοιλιότητας, των ρευμα- τικών πόνων, της αφηρημάδας και των διαταραχών της γυναικείας περιόδου.

208

Φάρμακο δια πάσαν νόσον

Το «δώρο των θεών» χρησιμοποιήθηκε πλατύτερα ως θεραπευτική μέθοδος στην Ινδία: έλεγαν πως δίνει ζωή στο μυαλό, μακραίνει τη ζωή, βελτιώνει την κρίση, κατεβάζει τον πυρετό, φέρνει ύπνο, θεραπεύει τη δυσεντερία. Λόγω των ψυχοτρόπων ιδιοτήτων της, η κάνναβη έχαιρε μεγαλύτερης εκτίμησης απ ́ ό,τι τα φάρμακα που δρούσαν μόνον στο σώμα. Αναφέρεται, λοιπόν, σε πολλά αρχαία ινδικά ιατρικά συγγράμματα: στο έργο Σουσρούτα (Sushruta) διαβάζουμε ότι γιάτρευε τη λέπρα. Στο Μπαραπρακάσα (Bharaprakasha) του 1600 π.Χ. περιγράφεται ως αντιφλεγμονώδης, ανακουφιστική του στομαχιού και ιαματική της χολής ενώ συνιστάται για την όρεξη, τη χώνεψη και τη βελτί- ωση της φωνής.

Το φάσμα των ιαματικών χρήσεων της κάνναβης στην Ινδία απλώνεται από τη γιατρειά της πιτυρίδας, των πονοκεφάλων και της μανίας, ως την ευεργε- τική επίδραση που υποτίθεται πως έχει στα αφροδίσια νοσήματα, στο άσθμα, στους πόνους των αυτιών και την πολιομυελίτιδα.

Στη Μεσαιωνική Ευρώπη η κάνναβη δεν πρέπει να χρησιμοποιήθηκε για τις ψυχοτρόπες ιδιότητές της, όμως την είχαν σε εκτίμηση για τις θεραπευτικές της ιδιότητες, που τις αναφέρουν και γιατροί της αρχαιότητας, όπως ο Διο- σκουρίδης και ο Γαληνός. Οι μεσαιωνικοί βοτανολόγοι έκαναν διάκριση ανά- μεσα στην καλλιεργημένη και την άγρια κάνναβη και συνιστούσαν τη δεύτερη για τη θεραπεία όγκων, ενώ την πρώτη για φάρμακο διαφόρων ασθενειών, από τον βήχα μέχρι τον τέτανο. Προειδοποιούσαν, όμως, ότι μπορεί να προ- καλέσει στειρότητα στους άντρες, «ξεραίνοντας το σπέρμα τους», αλλά και να σταματήσει το γάλα των γυναικών που θήλαζαν.

Ιερό μείγμα

Οι πρωτόγονοι άνθρωποι πρέπει να γνώριζαν καλά τις παραισθησιογόνες ιδι- ότητες της κάνναβης, που τους ταξίδευε σε άλλα πεδία, γι’ αυτό και θεώρησαν από πολύ νωρίς το φυτό ως δώρο των θεών που τους διευκόλυνε την επικοι- νωνία με τα πνεύματα.

Ο Γαληνός μας αναφέρει ότι το ψωμί και τα γλυκά με κάνναβη, σε μεγάλες ποσότητες είναι μεθυστικά. Φαίνεται πως οι μεθυστικές της ιδιότητες ήταν γνωστές στην Κεντρική Ασία, ιδίως ανάμεσα στους Σκύθες, που επηρέασαν σε πολλά και τους Έλληνες, αλλά και οι Ινδοί δεν ήταν αδαείς: έφτιαχναν ένα μίγμα από κάνναβη και άλλα στοιχεία, το Μπανγκ (Bhang), το οποίο θεωρού- σαν ιερό και πίστευαν ότι ξορκίζει το κακό, φέρνει τύχη και απαλλάσσει από τις αμαρτίες. Όσοι ποδοπατούσαν τα φύλλα του ιερού φυτού θα πάθαιναν κάποια συμφορά, ενώ πολλοί ιεροί όρκοι βασίζονταν στην κάνναβη.

Στη Μικρά Ασία η χρήση της κάνναβης πρέπει να ήρθε από την Ασσυρία όπου την χρησιμοποιούσαν από την πρώτη χιλιετία προ Χριστού ως λιβάνι, στοιχείο που δείχνει ότι γνώριζαν τις μεθυστικές της ιδιότητες. Όσο για τη Βίβλο, ανα- φέρεται και εκεί η κάνναβη, αν και έμμεσα.

209

canavaccio

canavaccio

«Γιατί δεν χρησιμοποιούμε την κάνναβη για να αντιστρέψουμε το Φαινόμενο του Θερμοκηπίου και να σώσουμε τον πλανήτη;»

Στις αρχές του 1989, Ο Τζάκ Χερέρ (Jack Herer) και η Μαρία Φάρροου (Maria Farrow) έθεσαν αυτήν την ερώτηση στον Στήβ Ρόουλινγκς (Steve Rowlings), τον πιο υψηλόβαθμο αξιωματούχο του Αμερικανικού Υπουργείου Γεωργίας (ο οποίος ήταν υπέυθυνος για την αντιστροφή του Φαινομένου του Θερμοκηπίου) στο ερευνητικό κέντρο του USDA στην Μπέλτσβιλ του Μαίρυλαντ.

Πρώτα, συστηθήκαμε και του είπαμε ότι αρθρογραφούμε για εφημερίδες των Πράσινων. Έπειτα, ρωτήσαμε τον κ. Ρόουλινγκς: «Αν είχατε επιλογή, ποιος θα ήταν ο ιδανικός τρόπος για να σταματήσουμε ή και να αντιστρέψουμε το Φαι- νόμενο του Θερμοκηπίου;».

Εκείνος είπε: «Να σταματήσουμε να κόβουμε δέντρα και να μη χρησιμοποιού- με ορυκτά καύσιμα».

«Λοιπόν, γιατί δεν το κάνουμε αυτό;».

«Δεν υπάρχει βιώσιμο υποκατάστατο για το ξύλο, στην παραγωγή χαρτιού, ούτε για τα ορυκτά καύσιμα».

«Γιατί δεν χρησιμοποιούμε ένα ετήσιο φυτό για να παράγουμε χαρτί, καθώς και βιομάζα ως καύσιμο;»

«Αυτό θα ήταν ιδανικό», συμφώνησε. «Δυστυχώς, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, το οποίο να παράγει τις ποσότητες που θέ- λουμε».

«Τί θα λέγατε λοιπόν αν υπήρχε ένα τέτοιο φυτό, που θα μπορούσε να υποκα- ταστήσει όλο τον ξυλοπολτό και όλα τα ορυκτά καύσιμα, που θα επέτρεπε τη φυσική παραγωγή όλων των ινών που χρησιμοποιούμε, καθώς και του οτιδήπο- τε, από δυναμίτη μέχρι πλαστικά, που ευδοκιμεί και στις 50 πολιτείες, που ένα

216

στρέμμα του θα μπορούσε να υποκατα- στήσει 4,1 στρέμματα δάσους, και που αν παραχωρούσε κανείς το 6% των εδαφών των Η.Π.Α. στην ενεργειακή καλλιέργειά του (έστω και εδάφη οριακής απόδο- σης), θα απέδιδε αυτό όλα τα 75 τετρά- κις δισεκατομμύρια BTU που χρειάζεται η Αμερική κάθε χρόνο; Θα βοηθούσε αυτό, ώστε να σωθεί ο πλανήτης;».

«Αυτό θα ήταν ιδανικό. Αλλά δεν υπάρ- χει κανένα τέτοιο φυτό».

«Πιστεύουμε ότι υπάρχει». «Α ναι; Και ποιό είναι αυτό το φυτό;» «Η κάνναβη».

«Η κάνναβη!» μουρμούρισε για μια στιγ- μή. «Δεν θα το είχα σκεφτεί ποτέ. Ξέρε- τε, πιστεύω ότι έχετε δίκιο. Η κάνναβη θα μπορούσε να είναι το φυτό που θα μπορούσε να τα επιτύχει όλ’ αυτά. Αυτή είναι μια λαμπρή ιδέα!»

Είχαμε αρχίσει να ενθουσιαζόμαστε, καθώς συνοψίζαμε αυτές τις πληροφο- ρίες και σκιαγραφούσαμε τις δυνατότητες της κάνναβης να συνεισφέρει στην παραγωγή χαρτιού, ινών, καυσίμων, τροφών, βαφών κτλ, καθώς και στην εξι- σορρόπηση των οικοσυστημάτων του πλανήτη, αποκαθιστώντας το ισοζύγιο οξυγόνου στην ατμόσφαιρα, δίχως να διαταραχθεί το επίπεδο ζωής που οι περισσότεροι Αμερικάνοι έχουν συνηθίσει. Στην ουσία, ο Ρόουλινγκς συμφώ- νησε ότι οι πληροφορίες μας ήταν πιθανώς σωστές και ότι το σχέδιο αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να πετύχει.

Είπε: «Είναι μια καταπληκτική ιδέα, και πιστεύω ότι θα μπορούσε να πετύχει. Μα, φυσικά, δεν μπορείτε να την υλοποιήσετε».

«Θ’ αστειεύεστε!», απαντήσαμε. «Και γιατί όχι;» «Λοιπόν, κ. Χερέρ, γνωρίζετε ότι κάνναβη είναι επίσης και η μαριχουάνα;»

«Ναι, φυσικά και το ξέρω, γράφω γι’ αυτό το θέμα 40 ώρες την εβδομάδα για τα τελευταία 17 χρόνια».

«Το λοιπόν, γνωρίζετε ότι η μαριχουάνα είναι παράνομη, δεν είναι έτσι; Δεν μπορείτε να την χρησιμοποιήσετε».

217

Jack Herer

canavaccio

canavaccio

Ποπάϋ, ο χασισοπότης

Ο Ποπάϋ είναι ένας από τους πιο διάσημους και αγαπημένους, σε όλον τον κόσμο, χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων. Από τότε που δημιουργή- θηκε, ο ναύτης με το συνθηματικό σφύριγμα του τσιμπουκιού (που δεν αποχωριζόταν ούτε στον ύπνο του), έγινε παγκόσμιο φαινόμενο, και εκατομμύρια παιδιά σ’ όλο τον κόσμο έπεσαν με τα μούτρα στο σπα- νάκι ελπίζοντας πως θ’ αποκτήσουνε την δύναμη του ξακουστού ναύ- τη. Μήπως όμως το σπανάκι που δίνει στον Ποπάϋ τόση δύναμη είναι στην πραγματικότητα μια αναφορά σε κάποιο άλλο «μαγικό χορτάρι»; Μήπως τα παιδιά σ’ όλο τον πλανήτη λατρεύουν έναν ήρωα που στην πραγματικότητα είναι χρήστης του απαγορευμένου χόρτου, της μαρι- χουάνας;

Τα στοιχεία που υποστηρίζουν μια τέτοια άποψη είναι μόνο ενδεικτι- κά, όμως υπάρχουν και αν ληφθούν υπόψη όλα μαζί, θα οδηγήσουν πολλούς αναγνώστες στο συμπέρασμα ότι το σπανάκι που δίνει στον ήρωα τις υπερφυσικές του δυνάμεις είναι μια ξεκάθαρη αναφορά στην κάνναβη και τις θαυματουργές της ιδιότητες.

Η δημιουργία του κόμικ

Από το 1929, όταν ο καρτουνίστας Έλζι Σίγκαρ δημιούργησε το χαρα- κτήρα, μέχρι σήμερα, οι ιστορίες του Ποπάϋ γράφτηκαν και σχεδιάστη- καν από πολλούς διαφορετικούς συγγραφείς και καλλιτέχνες. Ο Ποπάϋ αρχικά δημιουργήθηκε ως δευτερεύων χαρακτήρας στη σειρά κινου- μένων σχεδίων του Σίγκαρ «Thimble Theatre». Για 10 χρόνια ο Σίγκαρ εξιστορούσε τις περιπέτειες της Όλιβ Οϊλ, του αδελφού της Κάστωρ και του μνηστήρα της Χαμ Γκρέϊβυ. Στην αρχή μιας νέας περιπέτειας, ο Κάστωρ και ο Χαμ έπρεπε να σαλπάρουν για ένα υπερπόντιο ταξίδι και έτσι πήγαν στις αποβάθρες και προσέλαβαν έναν ναύτη που τον έλεγαν Ποπάϋ.

Σύντομα ο Ποπάϋ έγινε ένας σημαντικός χαρακτήρας του «Thimble Theatre» και πριν περάσει ένας χρόνος, αντικατέστησε τον Χάμ Γκρέϊ- βυ, στο ρόλο του μνηστήρα της Όλιβ Οϊλ. Ο Γουΐμπι προστέθηκε στο

220

καστ τρία χρόνια αργότερα, και το μωρό «Μοσχομπίζελο» τέσσερα χρόνια μετά απ’ αυτόν. Στην αρχή δεν υπήρχε εξήγηση για την εκ-

πληκτική δύναμη του Ποπάϋ. Μέσα όμως σε λίγα χρόνια, η εξάρτηση του Ποπάϋ από το σπανάκι έγινε μέρος του σενα- ρίου, καθώς και βάση για κάποια επαναλαμβανόμενα αστεία. Μέχρι την καθιέρωση των κινουμένων σχε- δίων, δεκαετίες μετά το θάνατο του Σί- γκαρ, το σπανάκι είχε γίνει αναπόσπαστο μέρος κάθε ιστορίας, με την κατανάλωση του μα- κού βοτάνου από τον Ποπάϋ να σηματοδοτεί την επικείμενη γρήγορη εξόντωση των εχθρών του.

γ ι -

Το αρχικό κόμικ του Σίγκαρ ήταν πολύ πιο περίπλοκο και υπαινικτικό από τα μεταγενέστερα κινούμενα σχέδια. Ο Σίγκαρ εισήγαγε πολλούς παράξενους και καταπληκτικούς χαρακτήρες στον κόσμο του Ποπάϋ. Ανάμεσα σε αυτούς, τη Θαλάσσια Μέγαιρα (Sea Hag), το μαγεμένο φλάουτο της οποίας της επιτρέπει να πετά και να κάνει μαγικά, τον πλούσιο κ. Βανρίπλ (Mr. Vanripple), του οποίου η όμορφη κόρη Τζουν (June) συναγωνίζεται την Όλιβ για την προσοχή του Ποπάϋ, την Αλίκη τη Χαζή, που μιλά μόνο με ορνιθοσκαλίσματα, και τον Δυνατό Τόαρ (Mighty Toar), η τρομερή δύναμη του οποίου συναγωνίζεται ακόμη και αυτήν του Ποπάϋ.

Τα σενάρια του Σίγκαρ ήταν γεμάτα από ενήλικο χιούμορ, όπως όταν ο Τόαρ, ερωτοχτυπημένος με τον Ποπάϋ, τον φωνάζει «κόμματο» και τον φιλά στο κεφάλι. Ανάμεσα στις συνεχιζόμενες περιπέτειες του Ποπάϋ, περιλαμβάνεται και η ίδρυση του δικού του νησιωτικού έθνους, της Σπανακοβίας (Spinachovia), όπου και γίνεται «δικάκτορας» μιας χώρας που απαρτίζεται μόνο από άνδρες.

Σπανάκι = Μαριχουάνα

Τι ενδείξεις υπάρχουν λοιπόν σε αυτό το φαινομενικά αθώο ξεκίνημα, που να υποστηρίζουν την άποψη ότι ο Ποπάϋ μαστούρωνε; Το πιο ισχυρό στοιχείο είναι ότι στις δεκατίες του 1920 και του 1930, τότε δηλαδή που δημιουργήθηκε ο χαρακτήρας του Ποπάϋ, το «σπανάκι» ήταν μια πολύ κοινή κωδική ονομασία της μαριχουάνας. Ένα κλασσικό παράδειγμα είναι το Τραγούδι του Σπανακιού (The Spinach Song), που ηχογραφήθηκε το 1938 από το δημοφιλές τζαζ συγκρότημα Julia Lee and her Boyfriends. Μαζί και με άλλες επιτυχίες της Julia Lee, όπως

221

ΤΑ ΣΕΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Αεροπλάνο: πακετάκι, μικρό δέμα με ναρκωτικά που πετιέται από το δρό- μο στα παράθυρα των φυλακών και προορίζεται για κρατούμενο χρήστη. • Ακούω (την): αρχίζω να αντιλαμβάνομαι τις επιδράσεις του χασίς (την

άκουσες καθόλου με το γάρο; Μπα, μπουρούχα το θέμα). • Άκρη: το πρόσωπο από το οποίο προμηθεύεται κάποιος χασίς ή άλλα ναρ-

κωτικά. • Αλιάδα: χασισική κυρίως μέθη μέχρι αναισθησίας. • Άλφα - Κάπα: το μίγμα ηρωίνης και κοκαΐνης. • Αναψυκτικό: η κοκαΐνη. • Αφγάνι: σκούρο και εύπλαστο χασίς εξαιρετικής ποιότητας από το Αφγα-

νιστάν. • Άψητο: χασίς, φούντα σε ακατέργαστη μορφή. • Βούδας:1 ο ναργιλές (επειδή όταν τον πίνανε ηρεμούσανε σαν το Θεό

Βούδα...) • Γεμιστό: κανονικό τσιγάρο του εμπορίου, από το οποίο αφαιρέθηκε κα-

πνός και τον αντικατέστησαν με μικρά κομμάτια χασίς. • Γινωμένος: αυτός που έφτασε σε κατάσταση “χασισικής μέθης”. • Γιουφ: η τρύπα του ναργιλέ αλλά και η τρύπα στο ηχείο του μπαγλαμά / το

σωληνάκι για το ρούφηγμα της ηρωίνης. • Γκάντζα: πρώτης ποιότητας τζαμαϊκανή μαριχουάνα που τιμούσε δεόντως

ο Μπομπ Μάρλεϋ. • Γκρας: χόρτο, η αγγλική ονομασία της ακατέργαστης ινδικής κάνναβης. • Γουργούς / γούργουλας: ο ναργιλές (από τον ήχο του νερού κατά το ρού-

φηγμα που μοιάζει με γουργουρητό). • Γρέκι: ο τεκές. • Δικηγόρος: η κοκαΐνη. • Δίφυλλο: τσιγάρο χασίς φτιαγμένο με δύο τσιγαρόχαρα.

230

Δοντιά: δόση χασίς που κόβεται με το δόντι (χασίσι δαγκωτό...)

Δραμάκι: το χασίς που προμηθεύονται οι φυλακισμένοι με έξωθεν βοήθεια.

Εξήγηση: η ποσότητα και η ποιότητα της αγορασμένης φούντας (σου έκανε καλή εξή- γηση;)

Ζαφείρια: τα κατακάθια του ναργιλέ (για να μη συμβαίνει αυτό μετά από κάθε χρήση τον πλένανε με κρύο νερό ή τον τοποθετούσαν σ’ έναν κουβά με καθαρό νερό).

Ζαφειριέρα: το πτυελοδοχείο. • Ζήρο - ζήρο: εύπλαστο πρασινωπό χασίς Μαρόκου πρώτης ποιότητας. • Ζούλα: στα κρυφά να μη σε καταλάβει κανείς (για αγοραπωλησίες ναρκω-

τικών). • Ηρώ: χαϊδευτικό της ηρωίνης • Θανάσης: η υποδοχή του χασίς στο σκεύος του καπνίσματος / ναργιλές (ο

Θανάσης με το τρύπιο κεφάλι). • Θέμα: η ποσότητα χασίς ή σκληρών ναρκωτικών που έχει κάποιος στην

κατοχή του. • Θεριακλής: μανιώδης καπνιστής, χασισομανής / μανιώδης πότης καφέ. • Θεριακλίκι: η σχετική μανία του θεριακλή. • Ιμαμές: το επιστόμιο στο οποίο κατέληγε το μαρκούτσι. • Καβάντζα: το μέρος που φυλάει κάποιος τα ναρκωτικά / η φυλαγμένη και

ξεχασμένη ποσότητα ναρκωτικών για τις ώρες της χαρμάνας. • Καϊνάρι: πολύ καλής ποιότητας μαύρο. • Καπάκι: το δεύτερο τσιγάρο που έπεται του πρώτου (το τρίτο τσιγάρο που

έπεται του δεύτερου, το τέταρτο τσιγάρο που έπεται του τρίτου κλπ). • Καραβαρία: αποχαύνωση μετά το κάπνισμα κακής ποιότητας χασίς (νιώ-

θω ένα βάρος στην κεφαλή...). • Καρύδα: ο ναργιλές που φτιάχνεται από ινδική καρύδα (είναι λένε απ’

τους καλύτερους). • Κασκαούτι: το τουμπεκί / το χασίς. • Κατσιρματζής: αυτός που εν αγνοία του μεταφέρει ναρκωτικά. • Καυτές: οι τελευταίες ρουφηξιές του τσιγάρου (αμέσως μετά αρ-

χίζει το κάπνισμα της τζιβάνας). • Κιούσμπα: η σκόνη, το τρίμμα της φούντας / κακή ποιότητα

ή άσχημο ταξίδι • Κογιανό: το χασίς των Σαλονικιών (θα με στρί-

ψεις ένα κογιανό;) • Κόλλημα: η νοητική αφαίρεση, το ταξίδι του

μυαλού στο άγνωστο μετά τη μαστούρα / η επιμονή σε μια ουσία ή σε μια κατάσταση.